Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΗΔΙΚΑ

Η ελληνική νίκη στον Γ' Μηδικό Πόλεμο ενείχε σαφώς διαστάσει επικές,όπου η ηθική ανωτερότητα, το θάρρος και η πολεμική αρετή κυριαρχούν. Αλλά είχε κι άλλες, διαφορετικές, διαστάσεις που συμπλήρωσαν (και πολλές φορές ακόμη κι υποκατέστησαν) την ηρωική διάσταση του αγώνα, συντελώντας όμως στο τελικό αποτέλεσμα. Αυτές ακριβώς τις άγνωστες, κρυφές κι απόκρυφες διαστάσεις προσπαθεί να ιχνηλατήσει το κείμενο, καταλήγοντας στο ότι ακόμη και οι αδυναμίες και τα μειονεκτήματα γίνονται πολύτιμα όπλα στα χέρια αποφασιστικών ηγετών και λαών...


Το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο

Η ελληνική πολιτική πολυδιάσπαση του 5ου αιώνα, που προκλήθηκε από την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου, ευνοούσε γενικώς την άμυνα εναντίον επίθεσης. Μετά την κατάρρευση αυτή. διάφοροι βαοιλίσκοι και αριστοκράτες οργάνωσαν το πολίτευμα απομονωμένων περιοχών, ώστε να περιχαρακώσουν την εξουσία τους με τη μορφή των τοπικών τυραννίδων και δημοκρατιών.
Ενισχυτικός παράγων αυτής της κατάστασης ήταν και τα «διεθνοποιημένα» λατρευτικά κέντρα. Τα πανελλήνια ιερά και τα αντίστοιχα δρώμενα κέρδιζαν σημαντικά από αυτή την πολιτική κατάτμηση. Δεν υπήρχε πολιτική αρχή που να τα ελέγχει και να τα φορολογεί. Με τις τοπικές θεότητες να αποκτούν πανελλήνια εμβέλεια, οι δουλειές των ιερών αυξήθηκαν και οι Δελφοί βρίσκονταν πολλαπλά κερδισμένοι. Εκτός από το οικονομικό όφελος των προσφορών και τη θρησκευτική εξουσία, κέρδιζαν (όπως και άλλα μαντεία) σε πολιτικά οφέλη.
Αυτή η πολιτική κατάτμηση έδωσε στον Ελληνισμό τεράστιες αντοχές στις εξωτερικές επιθέσεις που γίνονται από διάφορα μέτωπα. Η απουσία ενιαίας διοίκησης δεν επιτρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε κάποιο μέτωπο, με αποτέλεσμα εχθρικές παραπλανήσεις και ελιγμοί να μην εξασθενούν ένα μέτωπο σημαντικά. Αυτό σημαίνει ότι, από τη στιγμή που στο πεδίο της μάχης μπορούν  να επικρατήσουν,  οι Έλληνες κερδίζουν τους αμυντικούς πολέμους.
Ο ελληνικός κόσμος
κατά τους Περσικούς πολέμους (500 - 479 π.χ.)
Τα βασικά στρατιωτικά δεδομένα
Η βασική στρατιωτική μονάδα του αρχαίου κόσμου, η φάλαγγα οπλιτών, ήταν επαρκέστατη στην άμυνα, αλλά δεν επαρκούσε επιθετικά, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει πόλεις που δεν εξαρτώντο από το απόθεμα τοπικών τροφίμων (όπως συνέβαινε μεταξύ ελληνικών κρατών-πόλεων). Όλοι αυτοί οι περιορισμοί και προβληματισμοί θα εμφανιστούν όταν οι 'Έλληνες αρχίσουν ηγεμονική πολιτική και θα πρέπει πια να κυριεύουν πόλεις.
Αυτό το σχήμα, όμως, σημαίνει ότι οι ελληνικές δυνάμεις που κινητοποιούνται σε συνομοσπονδιακό επίπεδο είναι τεράστιες, αφού η κατανομή ρόλων στις μικρές κοινωνίες είναι ατελής, με αποτέλεσμα την καθολική και επί μακρόν στρατιωτική θητεία. Η περιορισμένη μετακίνηση δυνάμεων οδηγεί σε εκστρατευτικά σώματα με καλή γνώση του πεδίου και προσαρμοσμένα σε αυτό. Έτσι, η συντριβή σε ένα μέτωπο δεν προκαλεί άμεσο κίνδυνο επιβίωσης στον εθνικό κορμό. Χρειάζεται η ταυτόχρονη κατάρρευση δύο μετώπων για να συμβεί αυτό. Η πολυδιάσπαση εμπόδιζε τους κραδασμούς από μια μεγάλη ήττα να αποδιοργανώσουν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
Σε αντίθεση με την άμυνα, το συνομοσπονδιακό μωσαϊκό σχήμα είναι άβολο για επιθετικό πόλεμο, καθώς εκεί απαιτείται ισχυρή κεντρική μέριμνα για σχεδιασμό και υλοποίηση προπαρασκευής, στρατηγικών ελιγμών και πολιτικής διείσδυσης και αποσταθεροποίησης. Εναντίον της Περσίας αυτό επετεύχθη, αφού χρειάστηκαν μόλις τρία χρόνια και άλλες τόσες ήττες για την αποσύνθεση της περσικής αυτοκρατορίας.
Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας
Πουθενά δεν υπάρχουν ανομολόγητα γεγονότα με μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτά στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η ναυμαχία αυτή αποτέλεσε την κρίσιμη καμπή, αφού οδήγησε στη φυγή του περσικού στόλου και στην υποχώρηση του περσικού στρατού.
Ύστερα από τις Θερμοπύλες, ο Ξέρξης δεν έχει καμία διάθεση για ένα ακόμη «ματς» περσικού πεζικού εναντίον Ελλήνων οπλιτών. Αν όντως επέλεξε συνειδητά για τη στρατιά του μάζες ελαφρού πεζικού, η επιλογή ήταν ατυχής, αν και φαινόταν λογική για τρεις λόγους:
α) για δική του ασφάλεια, καθώς ήταν δυσχερέστερο να εξεγερθούν εναντίον του διότι θα συντρίβονταν από τα βαρέα πιστά (περσικά) τμήματα που θα αναλάμβαναν την καταστολή,
β) επειδή αντιμετωπίζει βαρύ πεζικό, θεωρεί ότι μπορεί να το πλήξει από απόσταση και χρησιμοποιώντας κινητικές τακτικές, αποφεύγοντας δυσάρεστες επαφές «τύπου Μαραθώνα»,
γ) λόγω του ανάγλυφου της Ελλάδας, τμήματα με εκειβόλα όπλα είναι καταλληλότερα για ορεινό πόλεμο, καθώς εξασφαλίζουν διαβάσεις και υπερφαλαγγίζουν αμυντικές θέσεις. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με την προηγούμενη εμμονή του για συντριβή των Ελλήνων σε ανοικτή μάχη, ο Ξέρξης ρωτά για εναλλακτικές στρατηγικές λύσεις τον εξόριστο και αρνησίπατρι Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατο, που έχει δεχθεί φέουδο στη δυτική Μ. Ασία και έχει θέση συμβούλου του Περσικού Θρόνου. Ο Δημάρατος προτείνει να αποσταλεί μια μοίρα 300 πλοίων στα Κύθηρα για να απειλεί την νότια Πελοπόννησο, ώστε να διασπαστούν οι πεζικές πελοποννησιακές δυνάμεις που φρουρούν τον Ισθμό υπό τον Σπαρτιάτη Βασιλιά Κλεόμβροτο. αδελφό και αντικαταστάτη του φονευθέντος Λεωνίδα. Το αποτέλεσμα θα ήταν η δραματική εξασθένιση των χερσαίων αμυντικών γραμμών της Ελλάδος (νότια της Βοιωτίας) και ένα νέο κύμα μηδισμών των πόλεων-κρατών, που θα οδηγούσε στην πολυπόθητη υποταγή της ελληνικής χερσονήσου και θα άνοιγε τον δρόμο για τη συνέχιση της εκστρατείας δυτικά.
Ο Ξέρξης δεν δέχεται την πρόταση του Δημάρατου, διότι αυτή η προσέγγιση σημαίνει ότι τελικά θα χρειαστεί να δώσει μάχη στον Ισθμό με Έλληνες οπλίτες. Ακολουθεί εκ των πραγμάτων τη συμβουλή του αδελφού του Αχαιμένη, Αρχιναυάρχου και επικεφαλής της αιγυπτιακής ναυτικής μοίρας, που εξαγριώνεται μπροστά στην προοπτική διαίρεσης των υπόλοιπων δυνάμεων του, καθώς οι υπάρχουσες απώλειες έχουν υποβαθμίσει την περσική ναυτική δύναμη.
Ο περσικός στόλος, μετά τις Θερμοπύλες, αγκυροβόλησε στο Φάληρο. Ο Ξέρξης κατέκτησε τη Φωκίδα, δέχθηκε την παράδοση της Βοιωτίας και διείσδυσε στην Αττική, πολιόρκησε την Αθήνα, προστάτεψε και εξασφάλισε γρήγορα το ναυτικό του (δια του στρατού του) στο Φάληρο, χάρη στην ταχύτατη κατάληψη της Ακρόπολης των Αθηνών. Δεν εισέβαλε, όμως, στη Μεγαρίδα, καθώς ο στόλος του δεν μπορούσε να τον υποστηρίξει σε αυτή την κίνηση, λόγω της παρουσίας του ελληνικού στόλου στη Σαλαμίνα. Έτσι, η χερσαία οδός θύμιζε οδυνηρά Θερμοπύλες σε γεωφυσική διαμόρφωση. Οι δύο αντίπαλοι οδηγούνται σε αναμονή εντός του βορειοανατολικού Σαρωνικού.

Θέσεις και προθέσεις των Περσών

Ο Ξέρξης συγκάλεσε σύσκεψη όλων των διοικητών ναυτικών τμημάτων. Ο Μαρδόνιος ήταν το «αυτί του βασιλιά», ο άνθρωπος που άκουγε τις γνώμες και τις μετέφερε, καθώς ο Ξέρξης δεν μιλούσε ποτέ καταπρόσωπο σε άλλο θνητό. Ο Βασιλιάς δεν πρέπει να ήταν σε πολύ καλή διάθεση με τον στόλο του, αφού πίστευε ότι είχε αποδώσει κατώτερα των προσδοκιών του στο Αρτεμίσιο. Έτσι συγκάλεσε τη σύσκεψη, για να μάθει αν ο στόλος ήταν έτοιμος και πρόθυμος να ναυμαχήσει.
Όλοι οι ναύαρχοι του επιθυμούν να ναυμαχήσουν και τον παρασύρουν σε μια απόφαση που ήθελε και ο ίδιος. Ο Ξέρξης σέβεται τη γνώμη της Αρτεμισίας, της υποτελούς ηγεμονίδας της Αλικαρνασσού, που διαφωνεί. Η Αρτεμισία, επικεφαλής μόλις 12 πλοίων στον στόλο εισβολής των 1207, φαίνεται να απολαμβάνει δυσανάλογης εκτίμησης από τον Βασιλιά.
Η ηγεμών της Αλικαρνασσού προτείνει είτε παθητική αδράνεια, είτε λύση με τον στρατό ξηράς: κινώντας τον περσικό στρατό προς Ισθμό, ο ελληνικός στόλος θα αποχωρήσει για να καλύψει το πλευρό του Κλεόμβροτου στον Ισθμό, εγκαταλείποντας τη Σαλαμίνα και αφήνοντας ελευθερία κινήσεων στον περσικό στόλο. Ακόμη κι αν δεν επιτεθεί στον Ισθμό, η προσποίηση του περσικού στρατού θα απομακρύνει τον ελληνικό στόλο και θα δώσει τη θαλάσσια πρωτοβουλία κινήσεων στους Πέρσες. Ο Ξέρξης, ωστόσο, δεν ρισκάρει διότι, αν κινήσει τον στρατό του προς Πελοπόννησο, φοβάται ότι οι Έλληνες θα επιτεθούν αιφνιδιαστικά στον ανυποστήρικτο στόλο του και, άρα. θα γευτεί μια ακόμη κρίσιμη ήττα.
Θέλει να ακολουθήσει μια πρόταση που του προτείνει μια χερσαία νίκη με ναυτικά μέσα. Για να μπορέσει να το κάνει, πρέπει να καθαρίσει τη θάλασσα από τον ελληνικό στόλο και αυτό γίνεται μόνο με αποφασιστική ναυμαχία. Εξουδετέρωση του ελληνικού στόλου θα επέτρεπε απόβαση στην Τροιζήνα, την Αργολίδα, τη Σπάρτη ή τα Κύθηρα και συνεχή ροή στρατευμάτων για ενίσχυση της αμφίβιας δύναμης κρούσης. Τόσο ο Ξέρξης, όσο και οι Έλληνες καταλαβαίνουν ότι όσο ο ελληνικός στόλος είναι συγκεντρωμένος και σε κοντινή απόσταση από τον περσικό, οι Πέρσες δύσκολα θα επιχειρήσουν οποιαδήποτε πραγματικά σημαντική αμφίβια επιχείρηση.
Ο Ξέρξης αντιλαμβάνεται ότι, εκτός από θέση ανάσχεσης, η Σαλαμίνα έχει και επιθετική προοπτική στο ελληνικό σχέδιο επιχειρήσεων. Οι Έλληνες θέλουν να του καταφέρουν ένα ακόμη αιφνιδιαστικό ναυτικό πλήγμα και. για τον λόγο αυτό. είναι τόσο προκλητικά τοποθετημένοι  (σε αυτή την άσχημη, κατά τ' άλλα. Θέση) στη Σαλαμίνα, μακριά από τον στρατό ξηράς τους και εκτεθειμένοι. Αν ο Βασιλιάς χάσει αρκετά πλοία χωρίς να πετύχει πλήρη εξόντωση του ελληνικού στόλου, δεν θα τολμήσει να παραβιάσει τον Ισθμό με επίθεση πεζικού εναντίον οπλιτών σε οχυρωμένα περάσματα.
Η εμπιστοσύνη του στο περσικό πεζικό παραμένει, αλλά όχι γενικά σε οποιαδήποτε τακτική, γεωφυσική ή άλλη περίσταση που θυμίζει Θερμοπύλες. Θα μπορούσε να περιμένει, ελπίζοντας ότι η έλλειψη τροφίμων θα διώξει τους Έλληνες από τη Σαλαμίνα. Αλλά η εποχή είναι προχωρημένη και φοβάται μερικές ακόμη θύελλες - παράγοντα που έχει προκαλέσει στον στόλο του πολύ περισσότερες απώλειες από τις ναυμαχίες.
Οι Έλληνες παίζουν με τον χρόνο υπέρ τους σε αυτό το σημείο. Ο Ξέρξης χρειάζεται τον δικό του στόλο για να νικήσει, οι Έλληνες όχι. Μπορούν να νικήσουν και χωρίς στόλο, αν χάσει τον δικό του ο Ξέρξης. Θα δώσει, λοιπόν, τη ναυμαχία εκεί και τότε. Ο στρατός του θα είναι εκεί για να υποστηρίξει τον στόλο, μια ζωτική παρουσία, η έλλειψη της οποίας του κόστισε την κιλικιανή μοίρα στο Αρτεμίσιο. Ο ίδιος θα παραβρίσκεται και θα παρατηρεί, άρα κανείς δεν θα τολμήσει να υστερήσει. Και θα πολεμήσει στα ανοικτά νερά, όπου το μέγεθος των πλοίων, η ταχύτητα τους και ο αριθμός τους προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα.

Τρίτη Περσική εισβολή
(480 479 π.χ.)

Σκέψεις  και προθέσεις των Ελλήνων

Η αντίσταση των Αθηναίων στην Ακρόπολη έδινε ένα πλεονέκτημα στους Έλληνες: όσο κρατούσε απασχολημένο τον στρατό του Ξέρξη, θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν μερικούς αιφνιδιασμούς (κατά την πρακτική του Αρτεμισίου) στον απομονωμένο περσικό στόλο που βρισκόταν εκτεθειμένος στο Φάληρο.
Για τον λόγο αυτό, ο ελληνικός στόλος είχε πιάσει Σαλαμίνα και εκεί συγκεντρώθηκαν και οι ελληνικές ναυτικές εφεδρείες, που πριν ναυλοχούσαν στον Πώγωνα της Τροιζήνας. Επιπλέον, καθώς η εκστρατευτική εποχή πλησίαζε στη λήξη της,  είτε η περσική πλημμυρίς θα γύριζε σε άμπωτη για να ξεχειμωνιάσει κάπου βορειότερα (και όχι στη φτωχή Αττική), είτε θα προχωρούσε προς Ισθμό (με ένα αγκάθι στο πλευρό της).
Μια ικανή φρουρά, σε μια τέτοια ισχυρή τοποθεσία, περιμετρικά προστατευμένη και με επαρκή εφόδια, λογικά μπορούσε να κρατήσει επ' άπειρον, όπως υποδείκνυαν και οι Θερμοπύλες. Αυτή η παραμονή φρουράς στην Ακρόπολη, οχυρωμένης σε ξύλινο οχυρωματικό σύστημα, ήταν επίσημη και ειλημμένη απόφαση, πράγμα που φαίνεται από το ότι οι ναοί,  με τους θησαυρούς και τα τιμαλφή, δεν εκκενώθηκαν, ενώ ταμίες και λοιπό προσωπικό των ναών (δημόσιοι υπάλληλοι και δημόσιες υπηρεσίες, με τη σημερινή ορολογία) έμειναν στις θέσεις τους, φυσικά σε μικρότερο αριθμό  (προσωπικό ανάγκης, με τη σημερινή ορολογία).
Δύο, όμως, τινά δεν είχαν υπολογιστεί: η απροσεξία στη φρούρηση, που έκανε δυνατή την περσική ειδική επιχείρηση ανάβασης και διείσδυσης, και ο συνδυασμός της ξύλινης οχύρωσης με το μεγάλο βεληνεκές των περσικών τόξων, πιθανόν και με χρήση κάποιου μίγματος νάφθας ως εμπρηστικού στα βέλη τους. Αυτό επέτρεψε τον εμπρησμό της οχύρωσης, γεγονός που μείωσε την ορατότητα και αποσάθρωσε την άμυνα, με αποτέλεσμα την αδυναμία έγκαιρης αντίληψης του τμήματος εφόδου που σκαρφάλωσε στον βράχο, εισέδυσε στο φρούριο και άνοιξε τις πύλες.
Η σύσκεψη που έγινε στη Σαλαμίνα, μετά την πτώση της Ακρόπολης, αποφάσισε το προφανές ‘  να γίνει η ύστατη ναυμαχία κοντά στον Ισθμό. Είχαν συμφωνήσει να επιχειρήσουν προωθημένη ναυτική άμυνα, όπου ήταν εφικτό (Παγασητικός, Αρτεμίσιο, Εύρυπος, ανατολικός Σαρωνικός), αλλά η ύστατη προσπάθεια θα γινόταν στον Ισθμό.
Η παραμονή στη Σαλαμίνα σκόπευε σε ένα αιφνιδιαστικό πλήγμα, εφόσον ο περσικός στρατός ξηράς θα ητούνταν στην πολιορκία της Ακρόπολης. Με την πτώση της, όμως, ο περσικός στρατός προστάτευε τον στόλο στο Φάληρο και ο αιφνιδιασμός αποκλειόταν. Άρα. δεν συνέτρεχε λόγος παραμονής στη Σαλαμίνα, και η επόμενη θέση ναυτικής άμυνας ήταν ο Ισθμός. Όλοι θα πολεμούσαν για την υπέρτατη σωτηρία, όχι μόνο για τη σωτηρία της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος ήταν η μόνη υπερασπίσιμη ελεύθερη περιοχή. Η Αθήνα, τα Μέγαρα και η Αίγινα θα εγκαταλείπονταν και θα εκ-κενώνονταν στην Πελοπόννησο, όπως και η Σαλαμίνα, αν ο ενωμένος ελληνικός στόλος απέπλεε από αυτή. Αυτό ήταν δεδομένο εξ αρχής.


Οδεύοντας προς τη σύγκρουση

Κατά τον Ξέρξη, οι «ψυχοπαθείς» Έλληνες που προσέβαλαν τον τεράστιο στόλο, μόλις εμφανίστηκε στη Σηπιάδα, βορείως του Αρτεμισίου, χωρίς αιδώ και δέος. θα ξαναορμήσουν εκ νέου με την πρώτη ευκαιρία. Το ήθος των Θερμοπυλών, ιδίως της τελευταίας ημέρας, σε συνδυασμό με τις διηγήσεις περί Αρτεμισίου, προφανώς τον οδηγεί στο να θεωρεί τους Έλληνες ημιπαράφρονες και βάρβαρους που εξαπολύουν μανιώδεις επιθέσεις.
Έτσι, τα περσικά πλοία κόβουν βόλτες νοτίως της Σαλαμίνας, προκαλώντας τους Έλληνες και αναμένοντας την έφοδο τους.
Αλλά οι Έλληνες δεν ξεμυτίζουν, δεν εξορμούν μανιασμένα στην περσική παγίδα. Κάθονται ήσυχοι και βλέπουν τα περσικά ερετικά (πληρώματα κωπηλατών) να εξαντλούνται.
Άραγε περιμένουν πάλι το ηλιοβασίλεμα για μια αιφνιδιαστική απογευματινή επίθεση, όπως στο Αρτεμίσιο;
Οι Πέρσες, φυσικά, δεν διανοούνται να εισέλθουν στα στενά και να τους επιτεθούν. Στο Αρτεμίσιο, οι Έλληνες την πρώτη φορά τους στρίμωξαν κοντά στα αγκυροβολιά τους, τη δεύτερη εντός αυτών και την τρίτη έμειναν πεισματικά αγκιστρωμένοι στη θέση που είχαν επιλέξει.
Οι Πέρσες δεν σκοπεύουν με τίποτα να στριμωχτούν στα στενά μεταξύ Αττικής και Σαλαμίνα. θα περιμένουν έξω, εκεί που έχουν το πλεονέκτημα των αριθμών και την άπλα του χώρου. Και όσο οι Ερέτες τους, κατά την αναμονή αυτή, κουράζονται από τον παρατεταμένο -αν και ήπιο- ρυθμό κωπηλασίας και οι Επιβάτες ζαλίζονται, τόσο οι αριθμοί είναι το μόνο πλεονέκτημα που τους μένει.
Οι Έλληνες κάθονται δίπλα στα πλοία τους για να μπορούν να τα επανδρώσουν άμεσα σε πιθανότητα περσικής εισόδου, και παίζουν πεσσούς για να περνούν ευχάριστα τον -διαβρωτικό για το περσικό ηθικό- χρόνο αναμονής. Οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ότι ο Ξέρξης δεν θέλει να πάνε στον Ισθμό, αφού αυτό τους δίνει καλύτερη ευκαιρία για ναυμαχία, έχουν φιλική ξηρά για να καταφύγουν και ένα ογκώδες πεζικό στράτευμα για να τους υποστηρίξει, το οποίο εκεί στερούνται οι Πέρσες.
Η απροθυμία τους για σύγκρουση, όμως, βελτιώνει πολύ το περσικό ηθικό. Οι Έλληνες συζητούν το τι δει γενέσθαι και είναι σε αυτό το συμβούλιο που αποφασίζεται να ναυμαχήσουν στον Ισθμό. Ο Ηρόδοτος λέει ότι το συμβούλιο έληξε περί τη δύση, δηλαδή ενώ οι Πέρσες είχαν αποπλεύσει για ανάπαυση. Η καλύτερη ώρα για τους Έλληνες να διαφύγουν...
Όσο οι Πέρσες δεν προωθούνταν στα Μέγαρα, οι Έλληνες θα μπορούσαν να διαφύγουν στην ακτή της Μεγαρίδας, μετά από μια ναυτική ήττα στη Σαλαμίνα. Για τον λόγο αυτό, ο Ξέρξης κινήθηκε το βράδυ με τον στρατό ξηράς προς Μέγαρα, ενώ ο Θεμιστοκλής είχε άλλη μια ευκαιρία να πείσει τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ευρυβιάδη να παραμείνει στη Σαλαμίνα.
Ο Θεμιστοκλής σαφώς θεωρεί ότι η προωθημένη θέση στη Σαλαμίνα προσφέρει πολλά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, απαγορεύει την προέλαση των Περσών προς τον Ισθμό, κάτι που θα γίνει αμέσως μόλις φύγουν τα ελληνικά πλοία από τη Σαλαμίνα και κατακλυστούν οι μεγαρικές ακτές από τα περσικά πλοία. Δεύτερον, η ελληνική ναυτική δύναμη, συγκεντρωμένη τόσο ανατολικά, είναι πολύ απειλητικότερη για τις περσικές ναυτικές δυνάμεις που ίσως εμπλακούν σε αμφίβιες επιχειρήσεις κατά των Κυθήρων (εξέλιξη που τρέμουν οι Σπαρτιάτες) ή της Τροιζήνας (όπου βρίσκονται τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων). Αν οι ελληνικές μοίρες μετακινούνταν στον Ισθμό, τίποτα δεν εμπόδιζε τον περσικό στόλο να κάνει μια μαζική απόβαση στη φιλική γη του Άργους που μηδίζει.
Στον Ισθμό ο στόλος θα κάλυπτε μόνο την Κόρινθο (ακάλυπτη τώρα) και ο Κορίνθιος ναύαρχος Αδείμαντος είχε κάθε συμφέρον να φωνάζει να πάνε εκεί. Αντιθέτως, Αίγινα, Μέγαρα, Σαλαμίνα, πιθανώς τα μη μηδίζοντα νησιά του νοτίου Αιγαίου (Σέριφος, Σίφνος, Μήλος) και ίσως Τροιζήνα και Επίδαυρος, παύουν να καλύπτονται από περσικές αμφίβιες επιθέσεις και το ίδιο συμβαίνει με τη Λακωνία, που είναι και ο λόγος που ο Ευρυβιάδης ακούει «τόσο σκανδαλωδώς»  (κατά τον Αδείμαντο)  τα επιχειρήματα του Θεμιστοκλή.
Ο Αθηναίος Μνησίφιλος, όμως ορθά διαβλέπει (και πείθει τον Θεμιστοκλή, που πείθει τον Ευρυβιάδη) και μια ακόμη δυσμενέστερη προοπτική: μετακινούμενοι στον Ισθμό, αφήνουν την πρωτοβουλία στους Πέρσες, που πιθανώς θα εξαπολύσουν επιθέσεις τρομοκράτησης στα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου, χωρίς να αποτολμήσουν απαραίτητα μαζική απόβαση. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όλοι οι σύμμαχοι ναύαρχοι θα κοιτάξουν τις δικές τους πόλεις, οπότε οι διάφορες μοίρες θα κινηθούν να καλύψουν τις περιοχές προέλευσης τους για να βοηθήσουν στις εκκενώσεις.

Έτσι, όμως, ο μεν Ευρυβιάδης βλέπει ότι, με τα ελάχιστα πλοία που θα του μείνουν δεν μπορεί να καλύψει το θαλάσσιο πλευρό του Κλεόμβροτου στον Ισθμό, ενώ οι Αθηναίοι μένουν με τα μισά πλοία στη Σαλαμίνα. Συνεπώς, δεν μπορούν να την υπερασπιστούν και αναγκαστικά θα πρέπει να μεταναστεύσουν στην Ιταλία  (κάτι που δεν επιθυμούν καθόλου). Αυτό είναι που, τελικά, κρατά τους πάντες ενωμένους και επιτρέπει στον Ευρυβιάδη να μην υπακούσει στη διαταγή για ναυμαχία στον Ισθμό. Ο Ευρυβιάδης νιώθει άβολα που θα αφήσει ακάλυπτη από αμφίβια επίθεση τη Σπάρτη. Είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να πεισθεί ευκολότερα. Ο Θεμιστοκλής θα του εξήγησε ότι δεν συν τρέχουν λόγοι βιασύνης. Οι Πέρσες εμφανώς δεν εισέρχονται στα στενά και κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει τους  Έλληνες να βγουν έξω από αυτά. Μένοντας οι Έλληνες, κρατούν τον περσικό στόλο στο Φάληρο, μακριά από τον Ισθμό, αλλα και από την Σπάρτη. Το κακό, βέβαια, αφορά στην αξιοπιστία των Αθηναίων, αφού δεν τους εμπιστεύονταν: ο στόλος απαρτιζόταν και από Δωριείς, που έχουν φυλετική έχθρα με τους 'Ιωνες. Εκτός αυτού, ο στόλος αποτελείται και από αποσπάσματα προερχόμενα από εμπορικές πόλεις, ανταγωνιστικές της Αθήνας. Η συγκέντρωση των ναυτικών εφεδρειών, κατά την εκστρατεία του Αρτεμισίου, στον Πώγωνα της Τροιζήνας (αντί στο Φάληρο ή τη Σαλαμίνα),  δείχνει ακριβώς την έλλειψη εμπιστοσύνης όλων έναντι των Αθηναίων. Ο Ευρυβιάδης, αλλά κυρίως ο Αδείμαντος δεν ήθελε να κινδυνεύσουν με αποκλεισμό  στη Σαλαμίνα, ώστε οι Αθηναίοι να έχουν να λένε ότι δεν παρέδωσαν όλη την Αττική και δεν είναι Απάτριδες. Άλλωστε αφού (κατά το επιχείρημα του Θεμιστοκλή) η ναυτική νίκη στη Σαλαμίνα οδηγεί  σε  εγκατάλειψη της Αττικής από χους Πέρσες,  το ίδιο θα γίνει και σε Περσική ήττα ήττα στον Ισθμό.
Επιπλέον, οι δύο Δωριείς ναύαρχοι πρόσεχαν ότι το αθηναϊκό μεγαλείο ήταν... εύκαμπτο! Δεν απαιτούσε ελληνική νίκη. Με τους Πεισιστρατίδες και τους άλλους μηδίσαντες εξόριστους, θα μπορούσε να υπάρξει μια πολιτική αλλαγή (υπό περσική κατοχή), όπως συνέβη και με τις ιωνικές πόλεις. Ο Αδείμαντος είχε βάθος σκέψης και έβλεπε ότι η διαφορά στην ήττα στη Σαλαμίνα (σε σχέση με ήττα στον Ισθμό) ήταν ότι 80.000 άνδρες του στόλου (αθηναϊκά πληρώματα) δεν θα επάνδρωναν τη χερσαία άμυνα. Ο Θεμιστοκλής και οι Αθηναίοι θα μήδιζαν αμέσως και θα παρέδιδαν ως δώρο υποταγής στον Ξέρξη τους Πελοποννήσιους ναυτικούς και όλον τον επιβιώσαντα στόλο.
Ο Ευρυβιάδης αντιλαμβάνεται την προοπτική προδοσίας και δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Όχι μόνο είναι περισσότερος ο αθηναϊκός στόλος, αλλά υπάρχει στην ακτή και ο αθηναϊκός στρατός. Οπλίτες, πλοία, ερέτες, όλα είναι περισσότερα και ευνοούν τους Αθηναίους. Εκείνοι είναι πιο έτοιμοι να κινηθούν. Οι Πελοποννήσιοι δεν προλαβαίνουν καν να ξεφύγουν. Τώρα αντιλαμβάνεται γιατί ο Θεμιστοκλής επέμενε να μείνει όλος ο στόλος στη Σαλαμίνα, με τόσους Αθηναίους στις ακτές της. Ο Ευρυβιάδης συγκαλεί συμβούλιο και, μετά από άγρια ανταλλαγή απόψεων, αποφασίζεται η ναυμαχία στην Σαλαμίνα...
Η παράμετρος που έκρινε τελεσίδικα το πεδίο της μάχης ήταν ο αποκλεισμός της Σαλαμίνας από τον περσικό στόλο που μεθόδευσε ο Θεμιστοκλής, αποστέλλοντας τον δούλο του Σίκιννο στον Ξέρξη. Ο Πλούταρχος λέει ότι ο Σίκιννος ήταν Πέρσης και παιδαγωγός των γιων του Θεμιστοκλή. Οι Πέρσες εμπιστεύονται τον Σίκιννο και τον πιστεύουν χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού τον ήξεραν από άλλες αποστολές. Ο Θεμιστοκλής ίσως διατηρούσε ένα κανάλι επικοινωνίας με τους Πέρσες και αυτό είναι πλέον φανερό. Είναι εξάλλου γνωστό πως, επί μία σχεδόν 25ετία, η δημοκρατική παράταξη της Αττικής διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τους Πέρσες, καθώς ο κύριος όγκος της αποτελείται από εμπόρους και βιοτέχνες.
Αναμφίβολα ο Θεμιστοκλής, μέσω Σίκιννου, είπε σαφώς στον Ξέρξη να μην αφήσει τους 'Έλληνες να διαφύγουν. Με το να τους αποκλείσει, αυτοί αναγκαστικά θα έσπευδαν να παραδοθούν ή να ναυμαχήσουν. Ο Ξέρξης, που καταλάβαινε ότι οι Έλληνες, αν ήθελαν να φύγουν, θα το έπρατταν μετά την απογευματινή απόσυρση του στόλου του, διατάζει τα πληρώματα να ξαναβγούν τα πλοία του σε τάξη αποκλεισμού μέσα στη νύχτα.
Ένας αποκλεισμός γίνεται με περιπολία μοιρών, όχι με διάταξη μάχης, διότι μπορεί να κρατήσει αρκετά και τα πλοία δεν μπορούν εύκολα να είναι σταθερά και ακίνητα για ώρες στην ίδια θέση. Αυτή η περιπολία εξαντλεί τους κωπηλάτες. Το λογικό ήταν οι Έλληνες να φύγουν προς νότο, καθώς θα μπορούσαν να κατευθυνθούν και προς Αίγινα, Πώγωνα ή οπουδήποτε αλλού. Αλλά έπρεπε να αποκλειστεί και η βόρεια πρόσβαση, αποστολή που ανατίθεται στην αιγυπτιακή μοίρα που διοικεί ο Αρχιναύαρχος  Αχαιμένης.
Αυτή η διευθέτηση έχει έναν κίνδυνο: να μην προσπαθήσουν να διαφύγουν οι Έλληνες. Αν αντιληφθούν τα τεκταινόμενα και το ξημέρωμα επιτεθούν στη βόρεια μοίρα αποκλεισμού, τα 200 αιγυπτιακά πλοία δεν μπορούν να αναπτυχθούν σε τάξη μάχης, στηριγμένα στις ακτές. Τόσο η Μεγαρική όσο και η ακτή της Σαλαμίνας κατέχονται από χους Έλληνες, με αποτέλεσμα δραματικό πλεονέκτημα σε πιθανή σύγκρουση. Έτσι, πιθανότατα, ο ελληνικός στόλος των 380 πλοίων θα διαφύγει, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Αιγυπτίους ή και εξολόθρευση. Ο περσικός στόλος τότε θα έχει απολέσει κάθε επιθετική χρησιμότητα, καθώς δεν θα υπάρχουν αρκετές ναυτικές δυνάμεις για να επιβληθεί οποιαδήποτε στρατηγική λύση...


Το ύψιστο πεδίο μάχης:  καρδίες και διάνοιες

Ο Ξέρξης ήταν ένας μεγαλοφυής, μεγαλομανής και φανατικός θρησκευτικός ζηλωτής. Οι ιδιότητες αυτές τον καθιστούσαν εξαιρετικά ικανό για Μεγάλο Βασιλιά, καθώς έπρεπε να εμπνέει ιερό δέος με απάνθρωπα μέτρα και αδίστακτες πρακτικές. Ωστόσο, δημιουργούσαν προβλήματα στην αντιμετώπιση συνθηκών που άπτονταν της διαλεκτικής σύγκρουσης.
Η εικόνα που είχε για τους αντιπάλους του ήταν γενικώς λανθασμένη. Από την περσική οπτική γωνία, οι Έλληνες ήταν πολιτικώς και κοινωνικώς υπανάπτυκτοι, αφού δεν σχημάτιζαν ενιαία πολιτική οντότητα και δεν είχαν φτάσει στην πολιτειακή ολοκλήρωση της βασιλείας, πελαγοδρομώντας μεταξύ ολιγαρχίας, τιμοκρατίας, ισοκρατίας ή αριστοκρατίας.  
Η φιλοσοφία, οι γυμνικοί και μουσικοί αγώνες και η επική ποίηση έδειχναν έναν γραφικό πρωτογονισμό. Η ηθική τους, με τις προδοσίες και την υποκρισία τους (αθέτηση εθελούσιας υποταγής των Αθηναίων στον Δαρείο), αλλά και με την αλαζονεία τους (τελεσίγραφο Σπάρτης στον  Κύρο τον Μέγα) που συνοδευόταν από εθελοδουλεία, εκδικητικότητα, μισαλλοδοξία και δειλία (συμπεριφορά Ιστιαίου και Ιππία), τους κατέτασσε στον κόσμο των ύπουλων και αναξιόπιστων, που δεν έχουν ηθική συνείδηση για να εδραστεί η συνέπεια, η φερεγγυότητα και η ειλικρίνεια.
Όμως, το χειρότερο στον ψυχισμό των Ελλήνων είναι η θρησκεία τους: στα μάτια του μονοθεϊστή και θρησκευτικού ζηλωτή Ξέρξη ήταν βρωμερή, ανήθικη και πρωτόγονη. Αφού δεν δέχονταν τον μοναδικό Αχούρα  Μάζντα και την ζωροαστρική αποκάλυψη, που θεμελίωνε το θείο δικαίωμα του αχαιμενικού θρόνου, είναι αρνητές του Καλού, υπηρέτες του Σατάν και ψυχικώς δόλιοι εξ ορισμού (όπως σήμερα οι αρνητές της Δημοκρατίας αμερικανικού τύπου). Πλην όλων των άλλων, είχαν δολοφονήσει κήρυκες, κάτι ασυνήθιστο. α\ όχι πρωτάκουστο.
Η πολεμική τους πρακτική ήταν μονοδιάστατη, ανεξέλικτη και απλοϊκή, δεν προσέφερε την ολοκλήρωση πολλαπλών στρατιωτικών ειδικοτήτων και τεχνολογικών επιτευγμάτων και, λόγω πολιτεύματος και στρατολογικής φύσης, ενείχε προβλήματα πειθαρχίας, εκπαίδευσης και συνοχής. Δεν έδειχναν κανένα ιδιαίτερο θάρρος, και, αν και υπήρχαν στιγμιότυπα ευφυΐας και μανιακής τόλμης, στερούνταν διοικητικών αρετών και εξελιγμένης στρατιωτικής πρακτικής και σκέψης.
Τα τελευταία στερεότυπα αναπαράγονται έκτοτε σε όλους σχεδόν τους ξένους και στους περισσότερους 'Ελληνες μελετητές. Είναι πάμπολλα τα σχόλια για την ελληνική αρετή και το ελληνικό θάρρος, και για την περσική διοικητική, στρατηγική και λογιστική ικανότητα. Αυτά συνιστούν την κορυφαία διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, αφού εκτός από τύχη και ανδρεία, τα Μηδικά ήταν το καλύτερο γνωστό παράδειγμα διεξαγωγής σύγχρονου, ολοκληρωτικού τύπου επιχειρήσεων και από τις δυο πλευρές.
Η περιγραφή του Ηροδότου για την περσική εντύπωση στον Μαραθώνα, όπου η Δρομαία Έφοδος οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί τρελών, δεν θα έπρεπε να ληφθεί μονοδιάστατα Τρελοί δεν είναι μόνο οι ανόητοι άφρονες που οδεύουν προς την καταστροφή τους. Τρελοί είναι και οι φανατισμένοι που ορμούν άφοβα, φαινομενικά χωρίς ίχνος οργάνωσης, συστήματος, σχεδίου και λογικής. Και από την περσική πλευρά, η έφοδος των Μαραθωνομάχων έτσι πρέπει να έμοιαζε.
Η απίστευτη σφαγή που ακολούθησε (δεν αναφέρονται αιχμάλωτοι, ενώ  6400 ήταν μόνο οι νεκροί επί του πεδίου, στους οποίους πρέπει να προστεθούν οι πνιγμένοι στο βάλτο και όσοι τραυματίες κατέληξαν αργότερα εν πλω), η επίθεση στα πλοία και το λουτρό αίματος σαφώς θα άφησαν αυτό το εντύπωμα στον μέσο Πέρση επιβιώσαντα. Ούτε θα είδε, ούτε θα ανέλυσε την μαεστρική παράταξη, την καλά υπολογισμένη ταχύτητα της εφόδου και την (εκπληκτικής πειθαρχίας και συγχρονισμού)  κίνηση της διπλής υπερκέρασης, που συνοδεύτηκε από μετρημένη καταδίωξη, απεμπλοκή, αναστροφή, εγκάρσια κίνηση και δεύτερη έφοδο.
Ο Ξέρξης είχε λάβει αυτές τις πληροφορίες από τους βετεράνους του Μαραθώνα. Θυμόταν, επίσης, ότι (στην Ιωνική Επανάσταση) οι Πέρσες κέρδισαν όλες τις μάχες ξηράς πλην μιας, όπου ηττήθηκαν ολοκληρωτικά, αλλά με ενέδρα. Αυτό οδηγεί στον υποβιβασμό του αντιπάλου σε πονηρό και θρασύ βάρβαρο. Ο Μαραθώνας, με την αιφνιδιαστική έφοδο, μπορεί κάλλιστα να θεωρήθηκε άλλη μια ενέδρα, όπου ο περσικός στρατός κτυπήθηκε ενώ ήταν ανέτοιμος.
Και οι Έλληνες, όμως, κάνουν ότι μπορούν για να του δικαιολογήσουν αυτή την άποψη. Στις Θερμοπύλες, 3 σημαντικά περιστατικά χαρακτηρίζονται από μανιώδες θάρρος βαρβάρων ή από ύπουλους αιφνιδιασμούς:
α) οι Αθάνατοι (την πρώτη μέρα) παρασύρονται σε ενέδρα και κατανικώνται, κάτι που συνιστά τέχνασμα,
β) η επίθεση στο στρατόπεδο του Ξέρξη για τη δολοφονία του είναι ύπουλο, αιφνιδιαστικό και άνανδρο κτύπημα, και
γ) η εξωφρενική «επί θανάτω έξοδος» της τρίτης ημέρας, με μέγιστο άνοιγμα μετώπου και επιθετική κίνηση,
που σκόπευε στη μέγιστη δυνατή ζημιά στον αντίπαλο για ένα προδιαγραμμένο ηρωικό τέλος, ήταν απόλυτα βάρβαρη και ενδεικτική ενός μη ορθολογικού αγώνα, που δεν αντιλαμβανόταν την υποχώρηση ή την παράδοση και την πολιτιστική επιλογή της αποδοχής της ήττας.
Χάρτης των στενών της Σαλαμίνας όπου διεξήχθη
η καθοριστική ναυμαχία.
Ακόμα και ανώτεροι Πέρσες διοικητές είναι συζητήσιμο,
αν μπόρεσαν να αποκτήσουν αντίληψη του ελληνικού ελιγμου,
του τρόπουεκτέλεσης και των επιμέρους παραμέτρων του.
προφανώς αντελήφθησαν
την ασύμμετρη εξέλιξη της μάχης και τον ελιγμό,
αλλά την προμελέτη και την εκτέλεση
πολύ αργότερα.
Ίσως και ποτέ, μέχρι το έργο του Ηρόδοτου.
Σε συνδυασμό με τη δολοφονία των Περσών κηρύκων του Δαρείου από τον Κλεομένη, αυτή η ιδέα πιθανότατα οδήγησε στη σύληση του νεκρού Λεωνίδα από τον Ξέρξη. Την ίδια ιδέα πρέπει να αποκόμισαν και οι Πέρσες ναύαρχοι στο Αρτεμίσιο, όπου οι Έλληνες επιτέθηκαν στα περσικά αγκυροβόλια χτυπώντας καραβοτσακισμένο και εξαντλημένο αντίπαλο.
Μετά από αυτά, είναι προφανές για τους Πέρσες ότι οι Έλληνες αποφεύγουν σε στεριά και θάλασσα τις εκ παρατάξεως μάχες. Κτυπούν στα όρια της τρέλας σε κάθε ευκαιρία, αλλά περιμένουν και εκμεταλλεύονται περιστάσεις και αδυναμίες: χαλαρή επιφυλακή, κουρασμένο αντίπαλο, ευνοϊκό έδαφος και καιρό. Δεν πρόκειται νια ευγενική μάχη κυρίων, αλλά για πόλεμο τεχνασμάτων.
Αντί να καταλάβουν την διαλεκτική τους, οι Πέρσες προτιμούν να τους θεωρήσουν ύπουλους, άφρονες, παρανοϊκούς, χωρίς πραγματική  πολεμική αρετή, αφού εκμεταλλεύονται τις συγκυρίες. Η περίεργη μίξη δασύτατης τόλμης και ευνοϊκών συνθηκών δεν οδηγεί τον περσικό επιτελικό νου στην απόδοση στοχαστικών στρατηγικών ικανοτήτων στην ελληνική πλευρά,  αλλά στην υποτίμηση της.  
Αυτή η κοντόφθαλμη θεώρηση θα οδηγήσει στην καθοριστική ήττα στις Πλαταιές, πάλι με τέχνασμα (σπαρτιατική υποχώρηση), συνδυασμένο από υπεράνθρωπη δοκιμασία θάρρους (ακλόνητη παραμονή υπό βροχή βελών για ώρα, μέχρι την έλευση στη σωστή θέση του περσικού πεζικού ώστε να εξαπολυθεί επίθεση). Αυτή η αντοχή (υπό την καταιγίδα βελών) δείχνει το σφάλμα στην περσική αντίληψη:  αν επρόκειτο για αντιπάλους χωρίς αρετή, το σφυροκόπημα θα τους είχε κλονίσει.

Η ελληνική πολεμική διαλεκτική
Αυτή η ηθική και διανοητική υπέρβαση αγνοείται και αποκρύπτεται από τους νεότερους μελετητές. Ο χαρακτηρισμός των Σπαρτιατών ως πειθαρχημένων «χοντροκέφαλων» και ανεγκέφαλων πολεμικών μηχανών βασίζεται στα εμπαθή σχόλια του Θουκυδίδη και συνιστά προκλητική ιστορική εθελοτυφλία. Ήδη από την ηροδότεια εξιστόρηση της μάχης στη Σηπεία (494 π.Χ.), γίνεται λόγος όχι για την ανώτερη σπαρτιατική ανδρεία, αλλά για την ικανότητα τους στα τεχνάσματα, που ανάγεται στην εποχή του Α' Μεσσηνιακού Πολέμου.
Η συμπλεγματική θεώρηση των Σπαρτιατών ως ανίδεων ως προς τα θαλασσινά, έχει επίσης ιστορική διάψευση. Δεν χωρίζουν από ναυμαχίες, αλλά αναλαμβάνουν και υλοποιούν αμφίβιες επιχειρήσεις, αντιλαμβανόμενοι πλήρως τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους πολέμου: εξώνουν τον Λύγδαμι από τη Νάξο. εισβάλλουν στην Αττική δια θαλάσσης (για να νικηθούν από το θεσσαλικό ιππικό το 511 π.Χ.). υποτάσσουν την Αίγινα, κάνουν αμφίβια υπερκέραση στην Αργολίδα (494 π.Χ.) και εκτελούν στη Μυκάλη (479 π.Χ.) την πλέον επιτυχημένη επιχείρηση αμφίβιας εφόδου που γνωρίζουμε.
Μεγάλο μέρος της παρεξήγησης οφείλεται και στην εικόνα που έχουμε για τον πόλεμο στην εποχή των Μηδικών. Αν και ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τίποτα τέτοιο, τα συμπεράσματα των μελετητών προάγουν τον οπλιτικό τρόπο μάχης σε ένα ημιτελετουργικό, σχεδόν καρικατουρίστικο στυλ πολέμου, που θεωρούμε ότι υπήρχε λίγο πριν ή κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Η αθηναιοκεντρική θεώρηση της κλασικής εποχής αναφέρει ότι οι μάχες ήταν θέμα οπλιτών και κρίνονταν με τη σύγκρουση βαρέος πεζικού που διέπετο από αυστηρούς κανόνες. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να ισχύει. Οι αυστηροί κανόνες ομοιάζουν με το σημερινό Διεθνές Δίκαιο του Πολέμου, με σκοπό τον περιορισμό μιας άγριας κατάστασης, προτού εκφύγει σε θηριωδίες. Η στυλιζαρισμένη διεξαγωγή πολέμου δεν υπήρξε ποτέ: εκτός των σπαρτιατικών τεχνασμάτων, ο Ηρόδοτος αναφέρει πληθώρα άλλων, όπως των Φωκέων εναντίον των Θεσσαλών.
Το βαρύ πεζικό, όντως, ήταν το όπλο κρίσης του αγώνα και είχε τη μερίδα του λέοντος, διότι όταν γινόταν σύγκρουση φαλαγγών, όλα τα άλλα έπαυαν να έχουν σημασία. Αλλά δεν ήταν αυτή η μοναδική διέξοδος. Η ενέδρα των Καρών στους Πέρσες και των Φωκέων στους Θεσσαλούς δίνουν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Είναι ασαφές αν η υποτίμηση και η ανυπαρξία των άλλων Όπλων στην αρχαία Ελλάδα των Μηδικών Πολέμων είναι σημερινή ή ύστερη ιστορική παρανόηση, κοινωνική πραγματικότητα, προκατάληψη ή πρωθύστερη ερμηνεία στα πλαίσια του Πελοποννησιακού Πολέμου και των προ αυτού γεγονότων, οπότε γράφονται οι Ιστορίες που διαθέτουμε.

Η περσική θρησκευτική παράνοια
Ο Ζαρατούστρα επεβλήθη από τον Δαρείο Α' βιαίως, αφού μεγάλο μέρος της περσικής κοινωνίας δεν το αποδεχόταν. Έτσι, με τον φανατικό Ξέρξη, οι Πέρσες είχαν την ψυχική ρήξη του ελληνοχριστιανου στο Βυζάντιο: όσο νικούσαν και υπήρχε χρυσός, όλα ήταν καλά, αλλά όταν ζόρισαν τα πράγματα, διαλύονταν (όπως οι Βυζαντινοί).
Η θρησκευτική επιβολή, που πολλές φορές είναι το ομογενοποιητικό και ενεργητικό νεύρο μιας αυτοκρατορίας, ενίοτε προκαλεί ενοχλητικές τριβές. Αν και η υιοθέτηση μιας θρησκείας επιβάλλει έναν νέο ηγέτη υπεράνω των παλαιών δομών, τα αποτελέσματα δεν είναι ίδια σε όλες τις εποχές και τους λαούς.
Όταν η βυζαντινή αυτοκρατορία έχασε μεγάλο μέρος της πολυεθνικής της βάσης από την επανάσταση των εθνικών θρησκειών ή αιρέσεων που λειτούργησαν αποσυνεκτικά, το ρωμαιοχριστιανικό ιδεολόγημα ενός συνταγματικού θρησκευτικού κράτους μετατράπηκε σε ελληνοχριστιανικό. Με αυτή τη μορφή, το Βυζάντιο πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του. Οι δύο. όμως, πυλώνες είχαν βαθύτατες τριβές: σε αντίθεση με το «ρωμαϊκό» συνταγματικό πλαίσιο, το «ελληνικό» πλαίσιο ήταν θρησκευτικό και ιδεολογικό και σε απόλυτη ρήξη με το χριστιανικό καθεστώς (ύστερα από αιώνες διωγμών και σφαγών των Ελλήνων και της θρησκείας τους από το χριστιανικό ρωμαϊκό κατεστημένο). Όσο το βυζαντινό κράτος ευημερούσε, οι εσωτερικές ρήξεις είχαν ομαλοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό μέσα σε μια «πολιτισμένη» κοινωνία. Όταν, όμως, οι αποτυχίες άρχισαν να βαραίνουν, υπήρχε το ερώτημα «Τις  πταίει;»  και η κάθε πλευρά το έριχνε στην άλλη:
οι θρησκευτικοί ζηλωτές στη θεία οργή για τους ειδωλολάτρες, οι έχοντες εθνική συνείδηση στον σκοταδισμό των φανατικών χριστιανών.
Στην περσική αυτοκρατορία, η σύγκρουση της ανεκτικής πολιτικής και της παραδοσιακής θρησκείας του Κύρου με τις απολυταρχικές ιδέες και τη μεσσιανική μορφή του Ζωροαστρισμου του Δαρείου δημιούργησαν ένα παρόμοιο πρόβλημα. Ο Δαρείος εξελέγη βασιλιάς πιθανόν λόγω του θρησκευτικού του προσανατολισμού. Αλλά όπως και \ α έχει, όταν επεκράτησε, είδε στη ζωροαστρική θρησκεία τον παράγοντα νομιμοποίησης του πραξικοπήματος και εδραίωσης της απολύτου εξουσίας του.
Ο Ξέρξης επελέγη πιθανώς λόγω του θρησκευτικού φανατισμού του, όσο και λόγω ικανοτήτων. Οι σκληρές εντάσεις στο εσωτερικό μέτωπο, τόσο επί Δαρείου όσο και επί Ξέρξη, προφανώς έχουν και θρησκευτική βάση. Το κύμα εξεγέρσεων επι Δαρείου και η φανατική βαβυλωνιακή εμμονή σε ανταρσίες, όπως και οι αντίστοιχες αιγυπτιακές, μόνο με θρησκευτικό μανδύα μπορούν να περιβληθούν, και αυτός προφανώς ήταν η καταπιεστική θρησκευτική πολιτική, ιδίως του Ξέρξη.
Οι ναοί στην Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα δεν καταστράφηκαν ως πολιτική πράξη αντιποίνων, αλλά ως θρησκευτική. Και το ίδιο συνέβαινε στην εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα, παρά τις όποιες πολιτικές ανοχής (σημαντικό ήταν ότι οι Δάτις και Αρταφέρνης απείχαν από τις πολλές θρησκευτικές υπερβολές). Αν, λοιπόν, ο Ξέρξης έχει εγκαταστήσει μια αυστηρότερη θεοκρατία, η οποία προφανώς κάπου στην αυτοκρατορία έχει γεωγραφική εστία (και βέβαια όχι στην (αστική) Περσία), οι υπόλοιποι άνδρες του μάλλον δεν είναι πολύ ευχαριστημένοι από αυτή την εξέλιξη.
Οι μαζικές εκστρατείες υπό τα νέα λάβαρα είναι ότι πρέπει για ιδεολογική ενότητα, ενώ η ευημερία και η επικράτηση επιτρέπουν, χάρη στα οφέλη των κατακτήσεων (ψυχολογικά, ηθικά και κυρίως υλικά) την άμβλυνση των τριβών. Αλλά η θρησκευτική σύμπνοια δεν υπάρχει. Πουθενά δεν βλέπουμε τον Ξέρξη να θάβει τους πεσόντες του (πλην Θερμοπυλών, όπου έθαψε κάποιους για να τους κρύψει!) ή τους εχθρούς του. Αυτό επέτρεψε τον εντοπισμό των λειψάνων του Λεωνίδα αργότερα.
Αλλά από την άλλη. πολλοί αριστοκράτες του έχουν άλλη άποψη. Ο γιός του Μαρδόνιου έχει δώσει (κατά τον Ηρόδοτο) αμοιβές σε διάφορους που εμφανίζονται και του λένε ότι έθαψαν την κλεμμένη σορό του πατέρα του. κάτι σύμφωνο με την παλιά περσική παράδοση, αλλά όχι με τη ζωροαστρική του Ξέρξη. Επίσης, ο Μαρδόνιος, που φιλοδοξεί να αναλάβει τη νέα σατραπεία στην Ελλάδα, συμβουλεύεται Έλληνες μάντεις, οιωνοσκόπους και ιερωμένους. Ο Ξέρξης δεν ακούμε πουθενά να έχει τέτοιες ανεξίθρησκες απόψεις.


Το ελληνικό πολεμικό εθος

Ενώ παλαιότερα υπήρχε η απλουστευτική τάση να αποδίδεται η νίκη στο ελληνικό θάρρος και γενικώς στη ηθική ανωτερότητα και πολεμική δεινότητα, τα τελευταία χρόνια έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο, με το αποτέλεσμα να αποδίδεται σε οπλισμό, τακτικές, διοίκηση, επιμελητεία και όχι σε θάρρος και πολεμική αρετή, που για κάποιο λόγο εκλαμβάνονται ίσες στους αντιμαχόμενους.
Κι όμως, οι ίδιοι οι Αρχαίοι, που θα είχαν κάθε λόγο να τονίσουν τις διαφορές του υλικού πολιτισμού και των επιτευγμάτων τους. βασικά απέδιδαν σε ηθικούς λόγους τη νίκη. χωρίς να αρνούνται το τεχνικό θέμα. Ο Ηρόδοτος τονίζει τη διαφορά μεταξύ μηδικού τόξου και δωρικής /όν\ης. αναφέρει τη διαφορά στη θωράκιση, περιγράφει την περσική αρετή και το θάρρος, και μι/ά νια αριστεία θάρρους και σωφροσύνης.
Υπάρχει, όμως, μια ποιοτική διαφορά στο θάρρος, τη γενναιότητα και τις λοιπές συναφείς αρετές που η σημερινή ευμάρεια και το απόλεμο και ακίνδυνο (μέγιστος κίνδυνος το αυτοκινητιστικό ή η δολοφονία, που δεν ενέχουν όμως αντιμετώπιση και θάρρος; δεν επιτρέπουν να αντιληφθούμε. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, όμως, ζώντας καθημερινά με τον θάνατο αντίκρυ, ακόμη και στην ειρήνη (λόγω εσωτερικών ταραχών, καταπίεσης ή αγρίων ζώων), το είχαν μελετήσει καλύτερα. Οι βαρέως θωρακισμένοι Έλληνες, που πολεμούσαν ο ένας κοντά στον άλλο και είχαν σχηματίσει και εξελίξει έν α είδος αγώνα που ελαχιστοποιούσε τις απώλειες, θεωρούσαν απόλυτα πιθανό να πεθάνουν μέσα στην καταιγίδα χάλυβα και χαλκού. Η θωράκιση και ο τρόπος τού μάχεσθαι δείχνει ότι δεν ήταν ερασιθάνατοι,  πολύ δε ήττον οι Σπαρτιάτες.
Για τον λόγο αυτό, υπήρχε μια εκτενής φιλολογία και ιδεολογία  αλα και εκπαίδευση και θρησκεία, νια να τους συμφιλιωνει με τον θάνατο, ιδίως στη μάχη.  Αλλά τον θεωρούσαν ως μια καθ' όλα αποδεκτή πιθανότητα και δεν πολεμούσαν πεπεισμένοι ντα την ασφάλεια τους. είτε εμπιστευόμενοι τις ασπίδες, είτε τους παραστάτες τους. Η ασπίδα ήταν χρήσιμη, ο παραστάτης βασικός, αλλά ο θάνατος μπορούσε να έρθει παρ’ όλ’ αυτά. Δεν ήταν αυτό το πρόβλημα τους.  Ήταν το καθήκον. Τόσο στον Μαραθώνα, όσο και σε Σαλαμίνα, Πλαταιές και Θερμοπύλες, οι Έλληνες δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να πολεμήσουν και να πεθάνουν για την πόλη τους, για την κοινή πατρίδα, για τις οικογένειες και τους φίλους τους. Δεν θεωρούσαν καθήκον να ζήσουν, αλλά να πολεμήσουν επιτυχώς.
Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν υπήρχε έλλειψη ανδρείας και στους Πέρσες. Ιδίως οι γηγενείς Πέρσες έδειξαν σε όλες τις περιπτώσεις πολεμική αρετή ανώτερη από αυτή των υποτελών τους. Στις Πλαταιές ήταν οι μόνοι που ενεπλάκη-σαν αποφασιστικά (εξαιρούνται οι μηδίζοντες Έλληνες), στη Μυκάλη οι μόνοι που αντιστάθηκαν μετά την πρώτη ατυχία. Όμως οι Πέρσες ήταν εκεί για να σκοτώσουν, όχι για να σκοτωθούν - όπως αναφέρει ο ιστορικός Β. Χάνσον.
Μονομαχία Έλληνα οπλίτη
με Πέρση πεζικάριο,
κρατά ασπίδα με έμβλημα τον Πήγασο

Γι' αυτούς, ο πόλεμος ήταν μια κατάσταση στην οποία πολεμούσες και (αν όλα συνέβαιναν κατά τον συνήθη τρόπο) επιζούσες. Επιζούσαν εκείνοι, όχι οι αντίπαλοι. Είχαν παιδιά, γυναίκες, οικογένειες για να γυρίσουν σε αυτούς. Η ιδεολογία τους ότι ο Βασιλεύς τους παρακολουθεί για να αποδώσει τιμές στους αριστεύοντες και ποινές στους υστερούντες δείχνει ότι, σε κάθε περίπτωση, περίμεναν να επιζήσουν, διότι αλλιώς οι ποινές και οι τιμές δεν έχουν νόημα.
Δεν ήταν τώρα οι Πέρσες που, αν νικούσαν, θα ξεσπούσαν στα γυναικόπαιδα των εχθρών τους. Ήταν ότι, αν τύχαινε και έχαναν, οι εχθροί θα ξεσπούσαν σε αυτούς. Όχι στα παιδιά τους, στους θεούς τους, αλλά σε αυτούς τους ίδιους. Όσο αυτό μπορούσε να κουκουλώνεται, όπως έγινε στις Θερμοπύλες, το γενικό ηθικό διατηρούνταν. Όταν. όμως, έμπαιναν στη μάχη μονάδες που είχαν βιώσει τον ελληνικό φανατισμό, τα πράγματα άλλαζαν. Όταν στρατός και στόλος συναντήθηκαν στις Θερμοπύλες και μετά στην Αττική, και έγινε σαφές στους μεν ότι και οι δε είχαν αντιμετωπίσει την ίδια φονική μανία, τότε το ηθικό ράγιζε.
Ο Ναπολέων πίστευε ότι το ηθικό υπερτερεί 3 προς 1, σε σχέση με υλικούς παράγοντες, και σε αυτούς δεν είναι μόνο οι αριθμοί, αλλά και η τεχνολογία, η εκπαίδευση, ο εφοδιασμός, η ποιότητα και οι επιδόσεις των όπλων.
Μια ενδιαφέρουσα διάσταση των ανωτέρω είναι η περίπτωση του Αλέξανδρου. Οι άνδρες του μακεδονικού στρατού, παλαίμαχοι οι περισσότεροι και έχοντας ζήσει ή ακούσει από τους γονείς τους τις ταπεινώσεις και τα πάθη της Μακεδονίας, πολεμούσαν με κατάλληλη χειραγώγηση μέχρι το τέλος του κόσμου, με την ίδια σχεδόν μανία υπέρ βωμών και εστιών. Ήταν ο λόγος που ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να τους αλλάξει και δεν συμφωνούσε με τον Κοίνο, που συμβούλευε να πάρει νέους, φιλόδοξους και ανθεκτικούς στρατιώτες, απαλλάσσοντας τους παλαίμαχους. Ο Αλέξανδρος ήξερε ότι η νέα γενιά στρατιωτών, που ούτως ή άλλως εξέτρεψε ο ίδιος, δεν θα ήταν ως αυτοί. Θα ήταν αυτοκρατορικοί στρατιώτες, όχι οι άνδρες του μακεδόνικου έθνους.

Μ. Ευθυτενής (συντάκτης αμυντικού Τύπου)
Πηγή: Hellenic Nexus



Από την άλλη μεριά, η όλη διαλεκτική, τα επιχειρήματα, οι κινήσεις και οι ελιγμοί στην εκστρατεία του 479 π.Χ. δείχνουν ένα ώριμο σύστημα διεξαγωγής εδαφικού πολέμου κινήσεων, στο οποίο οι μάχες αποτελούν κεντρικό (πλην όχι απαραίτητο) γεγονός. Αντίστοιχα, και παρά τις αποτυχίες, όλη η εκστρατευτική περίοδος του 480 π.Χ. αποτελεί (από ελληνικής πλευράς) ένα υπόδειγμα διεξαγωγής εδαφικού πολέμου θέσεων, του μόνου εφικτού λόγω της τεράστιας διαφοράς δυνάμεων. Αυτές οι ενδείξεις μπορούν να προστεθούν στα σπαράγματα αφηγήσεων που δίνει ο Ηρόδοτος, για να σχηματίσουν, μέχρι τις αρχές του Μεγάλου Πελοποννησιακού Πολέμου (431 πΧ), μια συνεχή εφαρμογή αρχών και μεθόδων εδαφικού πολέμου σύγχρονου τύπου, που δεν έχει καμία σχέση με τις στερεοτυπικές συγκρούσεις φαλαγγών.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου