Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Οι συνθήκες της ελληνοτουρκικής φιλίας

Το 1930 κλείνει επίσημα η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση και οι δύο χώρες υπογράφουν σειρά συμβάσεων, που σχεδόν ισοδυναμούν με σύναψη συμμαχίας. Στυλοβάτες του επιτεύγματος ο Βενιζέλος και ο Κεμαλ.

Η ιστορική στιγμή της υπογραφής της ελληνοτουρκικής συνθήκης 1930.
Αριστερά ο Ινονού και δεξιά ο Βενιζέλος
Η ιδέα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης αποτέλεσε σταθερή αντίληψη του Ε. Βενιζέλου, από την εποχή ακόμα της Καταστροφής. Πολιτικός με πολιτική τόλμη και διορατικότητα, συνειδητοποίησε πρώτος ότι η Μεγάλη Ιδέα (της οποίας υπήρξε παλαιότερα ο κύριος εκφραστής) δεν μπορούσε ν' αποτελεί άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά την ήττα και ότι επομένως η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να βρει κοινή γλώσσα συνεννόησης με τον γειτονικό «προαιώνιο εχθρό».
Η επιλογή αυτή του Βενιζέλου -εξαιρετικά αντιδημοτική για άσκηση εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα στον προσφυγικό κόσμο- έγινε ιδιαίτερα σαφής μετά τη θριαμβευτική εκλογική νίκη του το 1928. Πρώτη ενέργεια του προς αυτήν την κατεύθυνση υπήρξε η αποστολή προσωπικής επιστολής προς τον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού (στις 30 Αυγούστου 1928), με την οποία τον διαβεβαίωνε για τα φιλικά αισθήματα του απέναντι στην Τουρκία και πρότεινε τη σύναψη συμφώνου φιλίας. Η απάντηση του Τούρκου πρωθυπουργού (27 Σεπτεμβρίου) κινήθηκε στο ίδιο πνεύμα και έτσι άρχισαν μακρόχρονες διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο χωρών, που στέφτηκαν από πλήρη επιτυχία. Η πρώτη ουσιαστική ελληνοτουρκική συμφωνία υπογράφτηκε στις 10 Ιουνίου 1930 και αφορούσε τη ρύθμιση των μεγάλων οικονομικών ζητημάτων που είχαν προκύψει από την ανταλλαγή των πληθυσμών. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Ελλάδα -για χάρη της ειρήνης- δέχτηκε συνειδητά μια δυσμενή γι' αυτήν συμψηφιστική ρύθμιση ως προς τις περιουσίες των προσφύγων (των 1.300.000 Ελλήνων από τη Μικρασία και των περίπου 400.000 Τούρκων από την Ελλάδα) και ουσιαστικά βρέθηκε να χρωστάει αντί να δικαιούται.
Βενιζέλος-Ινονού.
γεφύροσαν
ένα μεγάλο χάσμα,
έστω και για λίγο
Η ελληνοτουρκική φιλία φάνηκε να στερεώνεται με την επίσημη επίσκεψη του Βενιζέλου στην Άγκυρα, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, όπου του έγινε θερμότατη υποδοχή από τον Κεμάλ και την κυβέρνηση Ινονού. Ακολούθησε η υπογραφή των συνθηκών ελληνοτουρκικής φιλίας, που επιβεβαίωναν το συνοριακό καθεστώς της Λοζάνης (του 1923). Επιπλέον, τα δυο μέρη αναλάμβαναν την υποχρέωση να μην ενταχθούν ποτέ σε αντίθετες στρατιωτικές και οικονομικές συμμαχίες, να τερματίσουν οριστικά την άμιλλα των ναυτικών εξοπλισμών και να συσφίξουν τις πολιτικές και οικονομικές τους σχέσεις. Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, ο Βενιζέλος θα δηλώσει:
«Ο μεταξύ των δύο εθνών προαιώνιος αγών τερματίζεται οριστικώς. Οι δύο λαοί θ' αποτελέσουν ασφαλές στήριγμα της βαλκανικής και ευρωπαϊκής ειρήνης. Δεν θα ευρεθούν ποτέ σε αντίπαλα και αντιμαχόμενα στρατόπεδα».
Ο Ινονού θ' ανταποδώσει την επίσκεψη τον επόμενο χρόνο και θα τύχει θερμότατης υποδοχής, όχι μόνο από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και από πλήθη Αθηναίων που σπεύδουν να τον χειροκροτήσουν.


Η Πτώση του Βενιζέλου
Από το 1931 αρχίζει μια περίοδος ραγδαίας φθοράς της κυβέρνησης του Ε. Βενιζέλου, που δέχεται ισχυρές κοινωνικές πιέσεις (απότοκες της μεγάλης διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929) και συχνά αντιδρά στις λαϊκές διεκδικητικές κινητοποιήσεις με εκρήξεις αστυνομικής βίας. Παράλληλα, η δεξιά αντιπολίτευση (συνεπικουρούμενη και από τους δυσαρεστημένους της βενιζελικής παράταξης) οξύνει την αντιπολιτευτική πολεμική της και αποκαλύπτει ή ανακαλύπτει σκάνδαλα, που της δίνουν την ευκαιρία να παραγάγει το γνωστό σύνθημα «έξω οι κλέφτες». Ως πρωταγωνιστές των σκανδάλων αυτών εμφανίζονται ο υπουργός Συγκοινωνιών Καραπαναγιώτης (για αναθέσεις έργων σε συγγενείς του) και ο διευθυντής του Κρατικού Χημείου Γαλανόπουλος (για νοθεία της κρατικής κινίνης, προς όφελος ιδιωτών). Τέλος, σύσσωμη η αντιπολίτευση ασκεί έντονη κριτική στον Βενιζέλο για την εξωτερική του πολιτική, που έχει ως βάση την ελληνοτουρκική προσέγγιση.
Από τους πρώτους μήνες του 1932 η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα φτάνει στο απροχώρητο, ιδίως μετά την αδυναμία της κυβέρνησης να επιτύχει τη λήψη νέων δανείων από το εξωτερικό. Εμπρός στο αδιέξοδο αυτό, ο Βενιζέλος δηλώνει ευθαρσώς ότι για τη λύση των μεγάλων προβλημάτων απαιτείται ο σχηματισμός οικουμενικής κυβέρνησης και από τον Μάρτιο προχωρά σε σχετικές διαβουλεύσεις με τους πολιτικούς του αντιπάλους. Η προσπάθεια του αυτή προσκρούει στην αντίθεση του Παναγή Τσαλδάρη (ηγέτη του Λαϊκού Κόμματος), ο οποίος αρνείται να συμπράξει σε κυβερνητικό επίπεδο με τον σφοδρό πολιτικό του αντίπαλο.
Αντιβενιζελική προεκλογική γελοιογραφία
Κατά την περίοδο αυτή, ο Βενιζέλος προχωρά σε σειρά αμφιλεγόμενων πολιτικών ενεργειών που υποσκάπτουν το κύρος του, όπως στην οριακά νομότυπη παράταση της ληγμένης θητείας μελών της Γερουσίας, στη μοιραία γι' αυτόν θέσπιση της απλής αναλογικής και σε νόμο για περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου. Τέλος, βαλλόμενος από παντού, υποχρεώνεται να παραιτηθεί στα τέλη Μαΐου. Ακολουθεί ο σχηματισμός μιας βραχύβιας κυβέρνησης υπό τον Α. Παπαναστασίου και η σύντομη επάνοδος του Ε.Βενιζέλου στην πρωθυπουργία (Ιούνιος), με αποστολή πλέον τη διενέργεια εκλογών.
Οι νέες εκλογές θα πραγματοποιηθούν σε κλίμα μεγάλης έντασης στις 25 Οκτωβρίου 1932 και θ' απολήξουν με... ισοπαλία. Οι φιλελεύθεροι συγκεντρώνουν 33,2% και 99 έδρες, ενώ οι Λαϊκοί 33,5% και 95 έδρες (πρώτοι σε ψήφους και δεύτεροι σε έδρες). Συνολικά πάντως τα κόμματα του βενιζελογενούς χώρου συγκεντρώνουν περίπου 53%, ενώ τα κόμματα του ευρύτερου αντιβενιζελικού χώρου 35% περίπου. Το υπόλοιπο ποσοστό πήρε η Αριστερά, με πλέον συγκροτημένη δύναμη το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών, δηλαδή το ΚΚΕ (5% και 10 έδρες).
Η πολιτική κρίση θα δείξει ότι κλείνει τον Νοέμβριο, όταν ο Τσαλδάρης θα αναγνωρίσει επισήμως το δημοκρατικό πολίτευμα και θα σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας του Λαϊκού Κόμματος.

Το Κίνημα Νικολάου Πλαστήρα
Η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη (που προέκυψε από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1932) θα κυβερνήσει τη χώρα με την ανοχή των φιλελευθέρων μέχρι τις 13 Ιανουαρίου 1933, οπότε και θα ανατραπεί στο  κοινοβούλιο.   Ακολουθεί ο σχηματισμός της τελευταίας κυβέρνησης του Ε. Βενιζέλου, η οποία θα διαλύσει τη Βουλή και θα διενεργήσει τις νέες εκλογές της 5ης Μαρτίου.
Κατά τις εκλογές αυτές, η ευρύτερη βενιζελική παράταξη, με τον επίσημο τίτλο Εθνικός Συνασπισμός, θα υπερισχύσει ελαφρά σε ψήφους (46,3%), θα έλθει όμως δεύτερη σε έδρες (μόλις 110), εξαιτίας του εκλογικού συστήματος. Αντίθετα, η αντιβενιζελική Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, θα συγκεντρώσει ποσοστό 46,2%, θα αναδειχτεί όμως νικήτρια της εκλογικής αναμέτρησης, κερδίζοντας 136 έδρες. Τέλος, οι Αγροτικοί του Σοφιανόπουλου κερδίζουν δυο έδρες, με ποσοστό μόλις 2%, ενώ το ΚΚΕ παίρνει 4% χωρίς ν' αναδείξει βουλευτή.
Λίγες ώρες μετά το τέλος της ψηφοφορίας και ενώ είναι ασαφές ακόμα το αποτέλεσμα, εκδηλώνεται η δυναμική αντίδραση του απόστρατου στρατηγού Πλαστήρα, που αποφασίζει να «σώσει» την Ελλάδα, με στρατιωτικό πραξικόπημα και εγκαθίδρυση δικτατορίας. Αργά τη νύχτα επισκέπτεται τον ακόμα πρωθυπουργό Βενιζέλο και του ανακοινώνει την πρόθεση του να ακολουθήσει το παράδειγμα του Μουσολίνι. Ο Βενιζέλος τον αποτρέπει με μάλλον χλιαρό τρόπο (λέγοντας του ότι δεν διαθέτει τις ικανότητες του Ιταλού δικτάτορα), παράλληλα όμως του δίνει να καταλάβει ότι δεν θα αντιδράσει δυναμικά στο σχεδιαζόμενο εγχείρημα του.
Μετά από την εξέλιξη αυτή, ο Ν. Πλαστήρας μεταβαίνει στο υπουργείο Στρατιωτικών και αρχίζει να εκδίδει διαταγές προς τις διάφορες στρατιωτικές μονάδες, διακηρύσσοντας ότι η κατάλυση της δημοκρατίας έγινε για να σωθεί η Ελλάδα από την αναρχία και τους κομμουνιστές.
Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες δίνεται η εντύπωση ότι το πραξικόπημα έχει επικρατήσει και ότι η κατάλυση του κοινοβουλευτισμού είναι γεγονός. Όσο περνάει όμως η μέρα, το σκηνικό αλλάζει και τελικά επιτυγχάνεται μια συμβιβαστική συμφωνία μεταξύ των μεγάλων κομμάτων, για μεταβατική λύση και αποτροπή της δικτατορίας Πλαστήρα. Η μεταβατική αυτή λύση εκφράζεται με το σχηματισμό προσωρινής στρατιωτικής κυβέρνησης υπό το στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο , η οποία εξουδετερώνει το πραξικόπημα του Πλαστήρα και παραδίδει μετά από τέσσερις ημέρες την εξουσία στο νικητή των εκλογών Π. Τσαλδάρη.
Μετά την αποτυχία του, ο Πλαστήρας κατορθώνει ν' αποφύγει τη σύλληψη και τελικά να διαφύγει στο εξωτερικό, χωρίς να πετύχει αμνηστία για τον ίδιο και τους συνεργάτες του. Ο ηγέτης της Επανάστασης του 1922 θα επανεμφανιστεί στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας 12 χρόνια αργότερα, στα περίφημα Δεκεμβριανά του 1944-45.
Ο Τσαλδάρης με την κυβέρνηση του.
Ο Πλαστήρας προσπάθησε με πραξικόπημα να αποτρέψει την πρωθυπουργοποίησή του


ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου