Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Η Ελλάς σύρθηκε στον πόλεμο, Χωρίς ψευδαισθήσεις..Χωρίς συμμάχους..

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Η Ιστορία διδάσκει ότι ο φιλελληνισμός υπήρξε συχνα η προσφιλέστερη "ταυτότητα" για πολλές μεγάλες φυσιογνωμίες της Ευρώπης.Ο Χίτλερ επιθυμούσε να προβάλλει το έργο του σαν ένα συνδυασμό του Ελληνικού Κάλλους και του Ρωμαϊκού Δυναμισμού.Πίσω όμως από αυτή την ιδεολογία-μάσκα...δεν ήθελε να εξωθήσει τηην Ελλάδα να βγεί στον πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων, γιατί αυτό θα έβαζε σε κίνδυνο τις βλέψεις της για τα πετρέλαια της Ρουμανίας, των οποίων η σημασία για την λειτουργία της γερμανικής πολεμικής μηχανής ήταν τεράστια. 


Το πάθος του Μουσολίνι να συνοδοιπορήσει
με τον συνέταιρο του της Γερμανίας,
τον έκανε να πάρει βιαστικές αποφάσεις.
Η επίθεση του στην Ελλάδα ήταν μεθοδευμένη
από μήνες, δεν είχε κάνει όμως αποτελεσματική
αξιολόγηση  των αντιπάλων του.
Κάπου στην Αλβανία του μάγκωσε το πόδι
το ελληνικό δόκανο.
Ο Άγγλος γελοιογράφος Άπτον Κλάι,
σημειώνει κάτω από την γελοιογραφία
που δημοσίευσε η Νταίιλι Σκετσ,
 τη φράση του Μουσολίνι  προς τον Χίτλερ:
"Προχωρούμε μαζί.."

«θα Αντισταθούμε μέχρι τέλους, δηλαδή μέχρι η Ιταλία να εκδιωχτεί από τα Βαλκάνια».
Η δήλωση αυτή έγινε στις 20 Δεκεμβρίου 1940, από τον I. Μεταξά στο Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα. Δύο μήνες σχεδόν από την απροκάλυπτη επίθεση του φασιστικού ιμπεριαλισμού, που μετατράπηκε σε άτακτη υποχώρηση... Δήλωση που ταιριάζει σε πολεμικό ανακοινωθέν μάλλον παρά σε διπλωματική συζήτηση, αποκαλύπτει  -πρώτα απ’ όλα-  πόσο η σύγκρουση Ελλάδας -Ιταλίας ήταν μαθηματικά προδιαγραμμένη, παρά την ιδεολογική συγγένεια των δύο καθεστώτων (δικτατορικών μεν, εθνικιστικών δε).
Στην πραγματικότητα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν φαίνεται να είχε την πολυτέλεια της επιλογής. Από τη μια, η παρουσία του βρετανικού παράγοντα στην Ελλάδα (προσωποποιούμενη στον ίδιο το βασιλιά...) είχε  (ύστερα από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο)  προσλάβει τη μορφή... δόγματος:
 «Η Ελλάς  έλεγε ο Μεταξάς, από το 1934 δύναται να θέσει με δόγμα πολιτικόν ότι έν ούδεμιά περιπτώσει δύναται να τεθή είς στρατόπεδον άντίθετον εκείνου, είς τό όποιον θά ευρίσκεται ή Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο νά τό θεωρήσωμεν ώς δόγμα. Έγώ τουλάχιστον τό ασπάζομαι».
Έγραφε η «Στάμπα» του Τορίνο, τον Ιούνιο του 1940:
«Είς τάς ελληνικάς θάλασσας διασταυρούνται κυρίαρχα τά αγγλικά πολεμικά. Εκτός τών πολεμικών αυτών, υπάρχουν αϊ στερλίναι. Ιδού μέ ολίγας λέξεις ή πολιτική της Ελλάδος, χώρας πτωχής, χώρας έξαρτωμένης έξ ολοκλήρου άπό τήν θάλασσαν». «Ολόκληρος ή Έλλάδα έξακολουθεί να εύρίσκεται ύπό τόν έφιάλτην του τεκτονισμού. Και τεκτονισμός σημαίνει είς τήν Ελλάδα άγγλικόν (και γαλλικόν)  κεφάλαιον».
Ήταν βαθιές  και στην ιταλική υπερβολή ακόμη, οι ρίζες του βενιζελισμού!
Υπάρχει, αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, και η  -τότε- στρατηγική εκτίμηση (του ιδίου και πάλι του Μεταξά):
«Ή Ελλάς δέν είναι μία χερσονησος  περιβρεχομένη  άπό θάλασσαν, άλλά μία θάλασσα περιβαλλόμενη υπό ξηράς... Ή Ελλάς δέν δύναται λοιπόν νά τά βάλη ώς έκ της γεωγραφικής της θέσεως μέ καμίαν απολύτως ναυτικής δυναμιν Μεγάλην. Είναι πράγμα τό όποιον ουδέ νά σκεφθή δύναται...» (ειδικά όταν επρόκειτο για την τότε θαλασσοκρατορία της Μεγ. Βρετανίας). [1]

Από την άλλη, ο υπό Μουσολίνι ιταλικός ιμπεριαλισμός δεν άφηνε περιθώρια για ψευδαισθήσεις στην Ελλάδα, ακόμη και στην Ελλάδα του Μεταξά. Από τις διακηρύξεις για «την δική μας Μεσόγειο» ως τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας, από την εκμαίευση «απολυτρωτικών» βλέψεων από τους Αλβανούς επί της Τσαμουριάς ως τις αιτούμενες «συναλλαγματικές» επί της Κρήτης και ως τις αναγγελίες για συνέδρια που θα γίνονταν στη Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα της «λυτρωθείσας Μακεδονίας» (και ως, ακόμη, τις ύστερες γερμανικές υποσχέσεις στη Γιουγκοσλαβία για μια «διέξοδο στο Αιγαίο»), τα επεκτατικά σχέδια του φασισμού στα Βαλκάνια και την μεσόγειο, σε βάρος της Ελλάδας, ήταν από τις αρχές της δεκαετίας του 30 πολύ φανερά, παρά τις πληθωρικές και ανανεούμενες διαβεβαιώσεις της ιταλικής κυβερνήσεως και διπλωματίας.
Διότι, προκειμένου και για την Ελλάδα, τα Βαλκάνια ήσαν ασφαλώς το κλειδί... Η σιωπηρή εκεχειρία που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '30 (βοηθούμενη κι από την παγκόσμιας οικονομικής κρίση) εξυπηρετούσε αφάνταστα ένα έθνος που έγλειφε ακόμη τις πληγές του από τη Μικρασιατική καταστροφή, μια κοινωνία που έβαινε ραγδαία προς την αστικοποίηση και τον καπιταλισμό, ένα καθεστώς που η  εσωτερική του σταθερότητα εξαρτιόταν απόλυτα από τη διεθνή.

Μποτάι Μεταξάς Γκρατσι στη Θεσσαλονίκη
Τα σχέδια του ιταλικού ιμπεριαλισμού γύρευαν, είναι φανερό, την ανατροπή θύτης της ισορροπίας προς όφελος του. Η μουσολινική Ιταλία άρχισε να θέτει με συνέπεια σε εφαρμογή τα κατακτητικά της σχέδια στα Βαλκάνια το 1926 (αφού πρώτα σταθεροποιήθηκε εσωτερικά), με τη Συνθήκη των Τιράνων, πού θεμελίωνε το προτεκτοράτο της πάνω στην Αλβανία. Η συνέχεια μας είναι περίπου γνωστή.
Αντίθετα, για την ήδη φθίνουσα βρετανική αυτοκρατορία, τα Βαλκάνια εξακολουθούσαν να αποτελούν ένα ζωτικό χώρο, μόνο που η ποσοτική και ποιοτική μετάπτωση της ναυτικής παγκόσμιας ισορροπίας έθετε αρκετά στενά όρια στο βαθμό εκδηλώσεως του βρετανικού ενδιαφέροντος για την περιοχή. Την ειρήνη ήθελε η Μ. Βρετανία! Η διατήρηση του στάτους κβο στα Βαλκάνια εξυπηρετούσε θαυμάσια την πολιτική της. Απέτρεπε πολεμικές περιπέτειες (πού τώρα πια φοβόταν) και διατηρούσε στο σύνολο του ένα καθεστώς πολιτικά σύμφωνο με τα συμφέροντα της βρετανικής αυτοκρατορίας (απότοκο περασμένων εποχών και μεγαλείων). Για τον ίδιο λόγο ανταποκρινόταν στα συμφέροντα της και ο μηχανισμός της Κοινωνίας των Εθνών, με το (μάλλον χαλαρά)  συλλογικό σύστημα ασφαλείας που προέβλεπε.
Έτσι, η βρετανική εξωτερική πολιτική ταυτιζόταν με την ελληνική και στην επιθυμία της να διατηρηθεί το στάτους κβο στα Βαλκάνια. Μπορεί να πει κανείς ότι εξ αντικειμένου η Ελλάδα άνηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τη μικρασιατική καταστροφή, στο στρατόπεδο των συντηρητικών (ετυμολογικά μιλώντας) ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η νεόκοπη βρετανική «απροθυμία» για οποιαδήποτε παγκόσμια ανακατάταξη (καρπός αδυναμίας καθώς ήταν και όχι κυριαρχίας), δεν έκανε παρά ν' αφήνει ελεύθερο το πεδίο στον ιταλικό ιμπεριαλισμό παίζοντας τον ρόλο του ανιδιοτελή παρατηρητή, η Βρετανία άφηνε έτσι άλλες ιδιοτελείς δυνάμεις να υπονομεύσουν τα θεμέλια της βαλκανικής αλληλεγγύης.

ΑΝ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ επιλογή ήταν δεδομένη αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν προσπάθησε, όσο ήταν δυνατό, να παραμείνει ουδέτερη στη διαγραφόμενη ευρωπαϊκή σύρραξη. Στα ελληνικά διπλωματικά αρχεία 1939-940 βλέπει κανείς τον Μεταξά και την ελληνική διπλωματία να «αποταμιεύουν» κάθε ιταλική δήλωση (εκδήλωση δεν υπήρξε...) φιλίας και σεβασμού της ελληνικής ακεραιότητας, ενώ διαβεβαιώσεις για την ουδετερότητα της Ελλάδας παρέχονταν αφειδώς και με κάθε ευκαιρία (δεν είναι ανάγκη να φτάσουμε στην «κορύφωση» αυτής της τακτικής, στην περίπτωση του τορπιλισμού της «Έλλης» - είναι, ίσως, περιττό και να την κρίνουμε τώρα πια).
Στα πλαίσια της τακτικής αυτής, οι ανανεούμενες (μετά από κάθε έμπρακτη διάψευση τους) ιταλικές εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις γίνονταν δεκτές με μια «άδολη» χαρά και ανακούφιση από την ελληνική πλευρά. Αυταπάτη ή πονηρία; Οπωσδήποτε, η κατάληψη της Αλβανίας, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1939, αποτέλεσε ένα οδυνηρό ξύπνημα για πολλούς Έλληνες ιθύνοντες και διπλωμάτες, που βασιζόμενοι στις «κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις της ιταλικής κυβερνήσεως», πίστευαν ότι η Ιταλία «δεν επιθυμεί διεθνείς περιπλοκές».
ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ της 28ης Οκτωβρίου είναι λοιπόν το αποκορύφωμα της ιταλικής προσπάθειας να θέσει σε ενέργεια σχέδια που το φασιστικό καθεστώς υπέθαλπε από την εγκαθίδρυση του, και τα οποία άρχισαν να διαφαίνονται καθαρά μετά την εισβολή στην Αλβανία, τον Απρίλιο του 1939. Σε μια πρώτη περίοδο, από την κατάληψη της Αλβανίας ως την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο (Ιούνιος 1940), οι ιταλικές επιδιώξεις συγκαλύπτονται πίσω από επαναλαμβανόμενες -μονότονα- διαβεβαιώσεις φιλίας και σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. [2]

Ο Μουσολίνι με αθλητική αμφίεση τρέχει προς την θάλασσα
κυνηγημένος απ' τον τσολιά και φωνάζοντας στον Χίτλερ:
"Όπως σου το 'πα, τον νίκησα εύκολα τον Έλληνα.."
Ο διπλωματικός πόλεμος αρχίζει στις 11 Αυγούστου 1939, με την υπόθεση της δολοφονίας από «Έλληνες πράκτορες, του μέγα Αλβανού πατριώτη»  Νταούτ Χότζα που, κατ' ουσία, δίνει στην ιταλική πλευρά την αφορμή να εγείρει εδαφικές αξιώσεις επί της Ελλάδας (Τσαμουριάς).  Στην περίοδο αυτή, η ιταλική κυβέρνηση και διπλωματία υιοθετεί ανοιχτά εχθρική στάση κατά της Ελλάδας, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό της «Έλλης». Οι ιταλικές εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις περί σεβασμού της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας μας της 10 Απριλίου 1939, της 30 Σεπτεμβρίου 1939, της 10 Ιουνίου 1940 παύουν ως διά μαγείας να υφίστανται από τη μια στιγμή στην άλλη. Το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου είναι η φυσιολογική απόληξη της δεύτερης αυτής περιόδου.
Δεν είναι βέβαια τυχαίες οι μεταλλαγές αυτές. Η κατάληψη της Αλβανίας (Απρίλιος '39) προκαλεί την αφύπνιση των συμμαχικών δυνάμεων — και του βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο. Η Ιταλία μεταμφιέζεται πάραυτα σε ειρηνοποιό δύναμη. Οι καθησυχαστικές δηλώσεις προς την Ελλάδα αρχίζουν να καταφθάνουν βροχή... Στις 12 Απριλίου η Ιταλία «εμφορείται υπό των καλυτέρων διαθέσεων έναντι της Ελλάδας.
Η  Ιταλία είναι αδύνατη ακόμη για την πραγματοποίηση των σχεδίων της στα Βαλκάνια. Το ημερολόγιο του Τσιάνο μας μαθαίνει ότι στις αρχές του '40 δεν υπήρχαν παρά 10 μεραρχίες ετοιμοπόλεμες, το πυροβολικό είχε μεγάλες ελλείψεις, η οικονομία τα χάλια της. Ο Μουσολίνι αρνείται  (με σπαραγμό ψυχής!)  ν' ακολουθήσει τον Χίτλερ στον πόλεμο. Εκτιμά τον χρόνο προπαρασκευής που χρειάζεται σε τρία χρόνια  -ούτε λίγο ούτε πολύ!
Χρειάστηκε η γερμανοσοβιετική συνθήκη και (κυρίως) η κατάρρευση του δυτικού μετώπου για ν' αποφασίσει η φασιστική Ιταλία να βγει στον πόλεμο -φοβούμενη την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας στα πεδία των κερδισμένων μαχών κι επιδιώκοντας ένα καλό κομμάτι από το ξεροκόμματο. Φυσιολογικά, οι επεκτατικές διαθέσεις της ξυπνούν και πάλι, πιο ισχυρές από κάθε άλλη φορά. Η επίθεση της στην Ελλάδα είναι πια θέμα χρόνου. Ούτε καν αφορμής.

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ, όμως, για την Ελλάδα ήταν τα Βαλκάνια... Στο κατώφλι του δεύτερου μεγάλου πολέμου, οι διαβαλκανικές υποχρεώσεις οι καθορισμένες από το 1933 μέχρι και το '36 ίσχυαν, θεωρητικά, στο ακέραιο  -ή σχεδόν. Τυπικά, τα βαλκανικά κράτη (μέσα σ' αυτά και η Τουρκία) διατηρούσαν όλους τους μεταξύ των συνεκτικούς πολιτικούς δεσμούς  -εμφανίζονταν όμως σημαντικά διαιρεμένα απέναντι στην Ευρώπη.
Η Αλβανία υπό ιταλική κατοχή, η  Γιουγκοσλαβία τρεπόμενη προς τη Γερμανία, η Ελλάδα (και ως ένα σημείο η Ρουμανία) παλεύοντας απεγνωσμένα στην κόψη του Ξυραφιού μιας εύθραυστης ουδετερότητας, η Τουρκία δεδηλωμένα κατά του Άξονα αλλά μακριά από το επίκεντρο της διαμάχης: διαφορετικές φυγόκεντρες τάσεις πού συνεπάγονταν A PRIORI τη διάσπαση του βαλκανικού πυρήνα απέναντι στις επιθετικές ενέργειες του Άξονα.
Όπως κι έγινε. Με την — επίσημη — κήρυξη του πολέμου, τα τέσσερα κράτη της Βαλκανικής Συνεννοήσεως διακηρύσσουν... τέσσερις διαφορετικές μορφές ουδετερότητας. Η Ρουμανία κηρύσσει την ουδετερότητα της. Η Γιουγκοσλαβία προβάλλει την επιθυμία της να εξακολουθήσει την Πολιτική των σχέσεων με όλους. Η Τουρκία δηλώνει μη εμπόλεμος. Η Ελλάδα... δεν δηλώνει τίποτα




Αλ. Βέλιος
Οκτώβριος 1980

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου