Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης



Στις 26 Οκτωμβρίου 1912 εκπληρώνεται ένας μεγάλος εθνικός πόθος. Η Θεσσαλονίκη, η πρωτεύουσα και το ιστορικό κέντρο της Μακεδονίας, απελευθερώνεται από τον ελληνικό στρατό. Λίγες ώρες αργότερα φτάνουν εκεί ασθμαίνοντας τα βουλγαρικά στρατεύματα. Η αναμέτρηση μεταξύ δύο άσπονδων «συμμάχων» έχει κριθεί σχεδόν πάνω στο νήμα. Η ελληνική επιτυχία έρχεται μετά την πρώτη σοβαρή διένεξη Κωνσταντίνου-Βενιζέλου

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' και ο Βενιζέλος
συσκέπτονται κατά την περίοδο
των Πολέμων.
Από τότε αρχίζει να σχηματοποιείται
η ρήξη τους.
Ελλάδα μπαίνει στο ρυθμό του Α' Βαλκανικού Πολέμου με τη γενική επιστράτευση που άρχισε τη νύχτα της 17ης προς 18η Σεπτεμβρίου του 1912. Μέσα σε λίγες ώρες, μέσα σε κλίμα γενικού εθνικού ενθουσιασμού, θα συγκεντρώσει δυνάμεις 90.000 ανδρών περίπου, υποστηριζόμενων από μάλλον αδύναμο ιππικό (περίπου 1000 άνδρες) και 180 πυροβόλα. Παράλληλα, κινητοποιείται και ο ελληνικός πολεμικός στόλος, επικεφαλής του οποίου βρίσκεται το ισχυρό θωρηκτό «Αβέρωφ». Την ίδια ώρα, προετοιμάζονται για τη σύγκρουση με την Τουρκία και οι σύμμαχες βαλκανικές χώρες, δηλαδή η Βουλγαρία (300.000 πεζοί, 5.000 ιππείς, 720 πυροβόλα), η Σερβία (220.000 πεζοί, (3.000 ιππείς, 500 πυροβόλα) και το Μαυροβούνιο (35.000 πεζοί, 130 πυροβόλα). Μπροστά στη δύναμη αυτή η Τουρκία (η οποία κυβερνάται από τους Παλαιότουρκους) διαθέτει 340.000 πεζούς περίπου, 6.000 ιππείς και 1.600 πυροβόλα (850 εκστρατείας και 750 φρουριακά).
Οι ελληνικές δυνάμεις παρατάσσονται απέναντι στις εχθρικές γραμμές με δυο κύριες ομάδες κρούσης: το στρατό της Θεσσαλίας (με διοικητή το διάδοχο Κωνσταντίνο) και το στρατό της Ηπείρου (με διοικητή το στρατηγό Κ. Σαπουντζάκη).


Η ελληνική προέλαση.
Οι εχθροπραξίες αρχίζουν στις 9 το πρωί της 5ης Οκτωβρίου και το κύριο επιθετικό έργο των ελληνικών δυνάμεων αναλαμβάνει ο στρατός της Θεσσαλίας. Μετά θυελλώδη προέλαση καταλαμβάνεται η Ελασσόνα και στις 9-10 Οκτωβρίου συντρίβεται η αντίσταση τουρκικών δυνάμεων στο Σαραντάπορο. Κατόπιν, ο ελληνικός στρατός ξεχύνεται προς το Βορρά, κυριεύει τα Σέρβια και την Κοζάνη και βρίσκεται εμπρός στο δίλημμα αν πρέπει να κατευθυνθεί προς το Μοναστήρι (σε υποστήρηξη των Σέρβων) ή να κινηθεί μέσω Βέροιας προς τη Θεσσαλονίκη.
Τις ίδιες ώρες, ο στρατός της Ηπείρου περιορίζεται σε μάλλον αμυντική τακτική, αντιμετωπίζοντας ισχυρότερες και πιο συγκροτημένες εχθρικές δυνάμεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα υποχρεώνεται να αναδιπλωθεί, διατηρώντας όμως απόλυτα τον έλεγχο των κινήσεων. Δεν θα πρέπει, τέλος, να παραληφθεί και η επιτυχής έκβαση της πολεμικής αναμέτρησης στο Αιγαίο, που θα κατέληγε -μέσα στον Οκτώβριο- με την κατάληψη της Θάσου, του Άη Στρατή, της Ίμβρου, της Σαμοθράκης, των Ψαρρών και της Τενέδου.

Το μεγάλο δίλημμα.
Μετά την επιτυχή προέλαση των στρατευμάτων του ο βασιλιάς Κωνσταντίνος προβληματίζεται σοβαρά όσον αφορά την πορεία που έπρεπε ν' ακολουθήσει. Τελικά φαίνεται να επιλέγει την προέλαση προς τα Σέρβια, με την οποία επιδιώκει να συντρίψει τον κύριο όγκο των εχθρικών δυνάμεων και στη συνέχεια να στραφεί προς την  Θεσσαλονίκη.
Η βασικά σωστή αυτή τακτική κίνηση νοσεί κατά ένα ουσιώδες σημείο: στο ότι η κατάληψη της Θεσσαλονίκης έπρεπε να γίνει όσο το δυνατόν ταχύτερα δομένου ότι ο «σύμμαχος» βουλγαρικός στρατός, μετά από συνεχείς νίκες βάδιζε ολοταχώς προς την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Και είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι, αν κατόρθωνε να μπει πρώτος στην πόλη ως «απελευθερωτής», τα πράγματα θα περιπλεκόταν σημαντικά για την ελληνική πλευρά.
Τον κίνδυνο αυτόν -που δεν το κρίνει ο Κωνσταντίνος- τον αντιλαμβάνεται έγκαιρα η κυβέρνηση Βενιζέλου. Σύμφωνα με το Φοίβο Γρηγοριάδη (βλ. «Διχασμός - Μικρά Ασία», τ. 1) η πληροφορία για τις βουλγαρικές επιθέσεις προήλθε από το γιατρό φ. Νίκογλου, ο οποίος υπηρετούσε στο βουλγαρικό στρατό και φρόντισε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση.

Η πρώτη σύγκρουση Κωνσταντίνου-Βενιζέλου.
Σταθμίζοντας συνθήκες η κυβέρνηση σπεύδει αμέσως να ειδοποιήσει τον Κωνσταντίνο για την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης. Ο διάδοχος όμως –άγνωστο γιατί-, όχι μόνο δυστροπεί στην ειδοποίηση αυτή (που είχε σχεδόν το χαρακτήρα διαταγής), αλλά κάνει σαφές ότι θεωρεί τον εαυτό του ως πλέον αρμόδιο για  γενικό στρατηγικό σχεδιασμό του πολέμου και ότι θα ακολουθήσει το δικό του επιθετικό σχέδιο.
Το τι μεσολάβησε τις κρίσιμες εκείνες ώρες είναι ιστορικά αδιευκρίνιστο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, μιλώντας στη Βουλή το 1917, είπε ότι ο Κωνσταντίνος, επιμένοντας στις θέσεις του, του διεβίβασε τότε το ακόλουθο μήνυμα:
«Ο στρατός δεν θα οδεύσει κατά της Θεσσαλονίκης. Έχω καθήκον να στραφώ κατά του Μοναστηρίου, εκτός αν μου το απαγορεύετε».
Τότε ο πρωθυπουργός, με όλο το θάρρος που τον χαρακτήριζε, απάντησε σχεδόν μονολεκτικά:
«Σας το απαγορεύω».
Γεγονός είναι ότι μετά από αυτή τη σύγκρουση ο Κωνσταντίνος αναγκάζεται να εγκαταλείψει την αδιαλλαξία του, να αλλάξει τα επιθετικά του σχέδια και να στραφεί προς τη Θεσσαλονίκη.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
Ο Κωνσταντίνος πειθαρχεί μεν στην εντολή της κυβέρνησης, η μετακίνηση όμως των στρατευμάτων του προς τη Θεσσαλονίκη κάθε άλλο παρά είναι όσο γρήγορη επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ο Γεώργιος Βεντήρης αναφέρει, μάλιστα (βλ. «Η Ελλάς του 1910-1 920», τ. 1), ότι πολλές από τις τότε στρατηγικές επιλογές του έφεραν σε απόγνωση τον Βενιζέλο, που φοβόταν ότι ο αγώνας δρόμου μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να χαθεί την τελευταία στιγμή.
Τελικά οι φόβοι του πρωθυπουργού Βενιζέλου δεν επιβεβαιώνονται. Ο ελληνικός στρατός θριαμβεύει στη μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου) και συνεχίζει την προέλαση του. Ακολουθούν μακροχρόνιες και βασανιστικές διαπραγματεύσεις με τις τουρκικές δυνάμεις της Θεσσαλονίκης, που τελικά αναγκάζονται να δεχτούν τη συνθηκολόγηση. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου τα απελευθερωτικά ελληνικά στρατεύματα μπαίνουν θριαμβευτικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης, σφραγίζοντας οριστικά και αμετάκλητα την ενσωμάτωση της στο ελληνικό κράτος. Είναι περιττό να περιγραφεί η ατμόσφαιρα του πανηγυρισμού από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης, που βλέπουν επιτέλους τους πόθους αιώνων να υλοποιούνται.
Σημειώνεται ότι η κατάληψη της Θεσσαλονίκης συνοδεύεται από την αιχμαλωσία 25.000 Τούρκων στρατιωτών και περίπου 1.000 αξιωματικών. Ακόμα, περιέρχονται στην κατοχή του ελληνικού στρατού κάπου 70.000 ντουφέκια και περίπου 70 πυροβόλα του εχθρού.

Θριαμβευτική είσοδος του διαδόχου Κωνσταντίνου
στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη
(Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)


Έρχονται και οι Βούλγαροι.
Λίγες μόνο ώρες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό, καταφθάνουν εκεί και οι «σύμμαχες» βουλγαρικές δυνάμεις και διαπιστώνουν με οδύνη ότι έχασαν στον αγώνα δρόμου. Οι διοικητές τους ζητούν να μπουν στην πόλη, αλλά το αίτημα τους απορρίπτεται. Πάντως, μετά από διαπραγματεύσεις, το ελληνικό στρατηγείο δέχεται την προσωρινή είσοδο ενός βουλγαρικού συντάγματος, χωρίς όμως να συζητά το ενδεχόμενο συνδιοίκησης της θεσσαλονίκης. Η ελληνοβουλγαρική αναμέτρηση για τη Θεσσαλονίκη έχει κριθεί οριστικά.
Η ελληνική κυριαρχία επί της Θεσσαλονίκης θα επισημοποιηθεί με τον πιο πανηγυρικό τρόπο στις 29 Οκτωβρίου, με την άφιξη του βασιλιά Γεωργίου Α', στον οποίο γίνεται αποθεωτική υποδοχή. Θα εγκατασταθεί στην οικία Χατζηλαζάρου, η οποία είχε προετοιμαστεί κατάλληλα για να φιλοξενήσει τον υψηλό επισκέπτη.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε το κορυφαίο γεγονός του Α' Βαλκανικού Πολέμου, που θα συνεχιστεί για μερικούς ακόμα μήνες και θα επισφραγιστεί με την κατάληψη των Ιωαννίνων (Ιανουάριος 1913) και με την τελική συνθηκολόγηση της Τουρκίας (όπου -στο μεταξύ- θα επικρατήσουν οι Νεότουρκοι). Μετά από λίγο θα ξεσπάσει και ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος εναντίον της Βουλγαρίας, που επίσης θα έχει ευτυχή κατάληξη για τα ελληνικά όπλα.
Κατά τα δύσκολα και πολιτικά φορτισμένα χρόνια που ακολουθούν, θα γραφτούν και θα ειπωθούν πολλά και διάφορα για εκείνην την πρώτη μεγάλη διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου, που έκρινε την τύχη της Θεσσαλονίκης. Ανεξάρτητα από τις απόψεις της μιας ή της άλλης πλευράς, γεγονός είναι ότι η πρώτη τους εκείνη διένεξη σχεδόν προδιέγραψε τις τραγικές πολιτικές εξελίξεις του 1915, οπότε η Ελλάδα μπήκε στην αδιέξοδη και σκοτεινή σήραγγα του Εθνικού Διχασμού.

Η Ελλάδα με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων

Το Μάιο του 1913 λήγει νικηφόρα για την Ελλάδα ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος κατά της Τουρκίας και ακολουθεί η εμπλοκή της στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο κατά της Βοπυλγαρίας, που έχει επίσης αίσια κατάληξη.


Παράδοση των Ιωαννίνων
(Λαϊκή εικόνα του Σ.Χρηστίδη
Με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό (Οκτώβριος 1912), ανοίγει ο δρόμος για την ελληνική νίκη, η οποία θα ολοκληρωθεί με τη θριαμβευτική έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στην περιοχή των Ιωαννίνων και την τελική κατάληψη των Ιωαννίνων (19-22 Φεβρουαρίου 1913). Παράλληλα, ο ελληνικός στόλος επιβάλλει την απόλυτη κυριαρχία του στο Αιγαίο, νικώντας στις ιστορικές ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου (Δεκέμβριος 1 920 και Ιανουάριος 1913).
Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος θα τερματιστεί επίσημα στις 17 Μαΐου 1913, με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου. Μ' αυτήν, ο σουλτάνος εκχωρεί στα συνασπισμένα βαλκανικά κράτη όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της δυτικά της γραμμής Αίνου-Μήδειας (με εξαίρεση την Αλβανία) καθώς και την Κρήτη. Τα οριστικά σύνορα μέλλουν να καθοριστούν από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Η συνθήκη του Λονδίνου δεν φέρνει την πολυπόθητη ειρήνη στα Βαλκάνια. Η βουλγαρική επιθετικότητα οδηγεί γρήγορα στην έκρηξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου (Ιούνιος 1913), με αντιπάλους αυτήν τη φορά τις βαλκανικές χώρες (μαζί τους και η Τουρκία) εναντίον της Βουλγαρίας.

Για την Ελλάδα οι πολεμικές επιχειρήσεις εξελίσσονται ευνοϊκά. Αρχικά επιτυγχάνεται μεγάλη νίκη στις συγκρούσεις Καλινόβου-Κιλκίς-Λαχανά και στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός περνά σε καταδίωξη   του   εχθρού. Ακολουθούν οι νικηφόρες μάχες της Στρώμνιτσας και του Δεμίρ-Χισσάρ (26-27 Ιουνίου), η κατάληψη των Σερρών (28 Ιουνίου) και της Δράμας (1 Ιουλίου) και η επίσης νικηφόρα διέλευση από τα στενά της Κρέσνας (10 Ιουλίου). Την ίδιες ώρες, ο ελληνικός στόλος κυρίευε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και την Αλεξανδρούπολη (12 Ιουλίου), για ν' ακολουθήσει -με αγήματα από την Καβάλα- η κατάληψη της Ξάνθης (13 Ιουλίου) και της Κομοτηνής (16 Ιουλίου).
Ανάλογες  αποτυχίες σημειώνουν τα βουλγαρικά στρατεύματα στις συγκρούσεις τους εναντίον των Σέρβων, ενώ δέχονται και εδαφικές απώλειες από τους Τούρκους και τους Ρουμάνους.
0 Β' Βαλκανικός πόλεμος θα λήξει με την πλήρη ήττα της Βουλγαρίας, την οποία ακολουθεί η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Βάσει αυτής, τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ορίζονται στη γραμμή του Νέστου και έτσι η δυτική Θράκη παραμένει κάτω από βουλγαρικό έλεγχο. Λίγους μήνες αργότερα, η νικήτρια Ελλάδα δέχεται και νέο διπλωματικό πλήγμα, με την εκχώρηση της Βορείου Ηπείρου στο νεοσύστατο κράτος της Αλβανίας (Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας -Δεκέμβριος 1913).
Η Μάχη του Κιλκίς.
Σύγκρουση που προδιέγραψε την νικηφόρα
έκβαση του Β' Βαλκανικού Πολέμου
Παρά τις επί μέρους αυτές αποτυχίες, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι θα αποδειχτούν ευεργετικοί για την Ελλάδα, που θα δει να υλοποιείται ένα μεγάλο μέρος των αλυτρωτικών της πόθων. Στις νέες συνθήκες, το ελληνικό κράτος θα αναλάβει προσπάθειες για την πλήρη διοικητική και πολιτική ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών».

ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ:
Η δολοφονία του Γεωργίου Α'

Πηγές:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου