Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936

Στις αρχές του 1934 υπογράφεται το Βαλκανικό Σύμφωνο, ένα σύμφωνο που δείχνει να διασφαλίζει μόνιμη ειρήνη στα Βαλκάνια. Η απουσία της Βουλγαρίας και της Αλβανίας θα ανατρέψει αυτές τις προβλέψεις.
Η πρόταση του υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας Ρούσντι Αράς, για αμοιβαίες εδαφικές εγγυήσεις, γίνετε με ενθουσιασμό αποδεκτή από την ελληνική πλευρά και τον πρωθυπουργό Π. Τσαλδάρη, όπου πηγαίνει στην Άγκυρα και υπογράφει το σχετικό σύμφωνο. 
Ένα χρόνο αργότερα (αρχές Μαρτίου) ο βενιζέλος επιχειρεί να ανατρέψη πραξικοπηματικά την κυβέρνηση Τσαλδάρη, επικαλούμενος την σωτηρία της δημοκρατίας. Θα πετύχει ακριβώς το αντίθετο!
Με την αποτυχία του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 ανήγει πλέον ο δρόμος για την παλινόρθωση της μοναρχίας

Με την καταστολή του βενιζελικού κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την κατάλυση του αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος και για την παλινόρθωση της μοναρχίας και του Γεωργίου Β'. Η πρώτη νύξη γίνεται στις 29 του ίδιου μήνα από τον Ιωάννη Μεταξά (που θέτει στη Βουλή θέμα Συντακτικής Συνέλευσης) και ακολουθούν πολλοί και διάφοροι. Ανάμεσα τους και ο I. Ράλλης (ο τρίτος πρωθυπουργός της Κατοχής), ο οποίος εγκαλεί τον φυγά Βενιζέλο για δοσιλογισμό! Αντίθετα, παρά τις πιέσεις που δέχεται, επιφυλακτικός εμφανίζεται απέναντι στην πολιτειακή μεταβολή ο δηλωμένα βασιλόφρων πρωθυπουργός Π. Τσαλδάρης.
Ο Κονδύλης υποδέχεται τον Γεώργιο Β'
Λίγες ώρες αργότερα θα εκδιωχθεί από την πρωθυπουργία

Στις 9 Ιουνίου 1935 γίνονται εκλογές για Συντακτική Βουλή (χωρίς τη συμμετοχή των Βενιζελικών) που καταλήγουν με νίκη του κυβερνητικού συνασπισμού Τσαλδάρη-Γονατά (65% περίπου και   287   έδρες).   Αντίθετα, οι ακραιφνείς βασιλόφρονες των Μεταξά και Ράλλη παίρνουν μόλις 14,8% και 7 έδρες. Τις άλλες έδρες μοιράζονται μικρότερα κόμματα, ενώ το ΚΚΕ, με ποσοστό 9,6% μένει τελικά εκτός Βουλής.
Στις εβδομάδες που ακολουθούν δρομολογείται η πορεία για την παλινόρθωση και στις 1 0 Ιουλίου αποφασίζεται η διενέργεια σχετικού δημοψηφίσματος για τις 15 Νοεμβρίου. Τέλος, τον Σεπτέμβριο, ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης εκδηλώνεται και επίσημα υπέρ της μοναρχίας, απαιτώντας όμως τη νομότυπη παλινόρθωση του.
Όμως οι ακραιφνείς βασιλόφρονες δεν έχουν υπομονή. Στις 9 Οκτωβρίου εκδηλώνεται επιτυχημένο φιλοβασιλικό πραξικόπημα από τους στρατηγούς Παπάγο και Ρέππα και από το ναύαρχο Οικονόμου, το οποίο βρίσκει αντίθετο τον πρωθυπουργό Π. Τσαλδάρη, που απαιτεί την τήρηση δημοκρατικών διαδικασιών. Ανήμπορος όμως ν' αντιδράσει, εξαναγκάζεται σε παραίτηση και πρωθυπουργός ανακηρύσσεται ο άλλοτε φανατικός αντιβασιλικός Γ. Κονδύλης, ο οποίος προχωρά άμεσα στην κατάργηση της Δημοκρατίας και στην εγκαθίδρυση της Μοναρχίας. Ακολουθεί τον Νοέμβριο ένα φανερά νόθο δημοψήφισμα (επικυρωτικού χαρακτήρα), κατά το οποίο η Βασιλεία συγκεντρώνει το μάλλον απίστευτο ποσοστό του 97,9%, ενώ η Δημοκρατία μόλις 2,1%. Λίγες ημέρες αργότερα (στις 25 Νοεμβρίου) καταφθάνει στην Αθήνα ο Γεώργιος Β', όπου του γίνεται λαμπρή αποθεωτική υποδοχή από την κυβέρνηση του Γ. Κονδύλη και από πολλούς οπαδούς του.
Αμέσως μετά την επάνοδο του ο Γεώργιος Β' «τιμά» τις υπηρεσίες του Κονδύλη με μια θεαματική απόλυση και διορίζει πρωθυπουργό τον Κ. Δεμερτζή. Με το διορισμό του ανοίγει η παρένθεση μιας νέας περιόδου πολιτικών εντάσεων, που θα καταλήξει με την πραξικοπηματική κατάλυση του κοινοβουλευτισμού και την εγκαθίδρυση του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου από τον Ιωάννη Μεταξά.

Η πολιτική κατάσταση δείχνει να ομαλοποιείται με τις νέες βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, στις οποίες παίρνουν μέρος και οι φιλελεύθεροι, με νέο ηγέτη τον Θ. Σοφούλη (ο Ε. Βενιζέλος βρισκόταν φυγάς στο εξωτερικό).
Σ' αυτές οι ψήφοι κι οι έδρες μοιράζονται. Τα αντιβενιζελικά κόμματα της ευρύτερης Δεξιάς παίρνουν το 47,3% και 143 έδρες (τις 72 το Λαϊκό Κόμμα και τις 60 η Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση), ενώ τα κόμματα του ευρύτερου βενιζελογενούς χώρου παίρνουν το 44,9% και 142 έδρες (τις 126 οι φιλελεύθεροι).
Τέλος, το Παλλαϊκό Μέτωπο (δηλαδή το ΚΚΕ) παίρνει το 5,8% των ψήφων και αναδεικνύει 15 βουλευτές.
Με το αποτέλεσμα αυτό επιτείνεται αντί να κατασιγάζει η πολιτική ένταση, μια και δεν είναι εφικτός ο σχηματισμός αυτοδύναμης κυβέρνησης. Κατά τους μήνες που ακολουθούν, γίνονται πολλές και διάφορες πολιτικές συγκλίσεις (μέχρι και προσωρινή σύμπραξη μεταξύ ΚΚΕ - φιλελευθέρων για την εκλογή του προεδρείου της Βουλής), ενώ εμφανίζεται ενισχυμένη η θέση του I. Μεταξά, ηγέτη του μικρού κόμματος των Ελευθεροφρόνων (μόλις 7 έδρες).
Στις 13 Απριλίου πεθαίνει αιφνίδια ο πρωθυπουργός Κ. Δεμερτζής και λίγες ημέρες αργότερα ο βασιλιάς διορίζει πρωθυπουργό τον Μεταξά. Η νέα κυβέρνηση εμφανίζεται στη Βουλή και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης. Υπέρ αυτής ψηφίζουν οι φιλελεύθεροι του Σοφούλη, ενώ οι Λαϊκοί του Τσαλδάρη δίνουν ψήφο ανοχής. Εναντίον ψηφίζουν το ΚΚΕ και ο Γ. Παπανδρέου, ενώ ο Α. Παπαναστασίου αρνείται να ψηφίσει.
Η νέα κυβέρνηση ακολουθεί πολιτική «σιδηράς πυγμής» και δείχνει ιδιαίτερο ζήλο στην αιματηρή καταστολή λαϊκών και συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων (με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης στις 9 Μαΐου). Παράλληλα, ο νέος πρωθυπουργός εκμεταλλεύεται επιτήδεια την ατμόσφαιρα πολιτικού κενού που δημιουργούν οι αλλεπάλληλοι Θάνατοι των μεγάλων πολιτικών ηγετών (μεταξύ Ιανουαρίου - Μαΐου 1936 εξέλιπαν ο Γ. Κονδύλης, ο Ε. Βενιζέλος και ο Π. Τσαλδάρης) και προωθεί τη δική του λύση.
Η πρωτοβουλία του θα εκφραστεί στις 4 Αυγούστου 1936, με τη σύμφωνη γνώμη και των Ανακτόρων. Το απόγευμα της ημέρας εκείνης, ο πρωθυπουργός και ηγέτης του κόμματος των 7 βουλευτών θα συγκαλέσει εκτάκτως υπουργικό συμβούλιο και κατά τη συνεδρίαση θα ανακοινώσει τη διάλυση της Βουλής (χωρίς την προκήρυξη νέων εκλογών) και την ουσιαστική κατάλυση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Ως δικαιολογία προβάλλεται και πάλι ο «κομουνιστικός κίνδυνος», ότι δηλαδή η εκτροπή αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση μιας επανάστασης μπολσεβικικού τύπου (ενόψει της γενικής απεργίας που είχε προγραμματιστεί για τις 5 Αυγούστου).
Η αντίδραση του πολιτικού κόσμου στη δικτατορία είναι υποτονική (αν όχι ανύπαρκτη), ενώ το ΚΚΕ αποδεικνύεται ανέτοιμο να προβάλει αντίσταση σ' αυτήν.

Το κοινωνικό πρόσωπο της δικτατορίας
Ως σημαντικότερο κοινωνικό έργο της δικτατορίας αναφέρεται συνήθως η ίδρυση του ΙΚΑ, γεγονός που είναι μάλλον ανακριβές. Το όλο πλαίσιο λειτουργίας του οργανισμού αυτού εκπονήθηκε από την κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου (1928-32) και τη βραχύβια κυβέρνηση του Α. Παπαναστασίου (1932), ενώ ο ιδρυτικός νόμος 6298 ψηφίστηκε το 1934, επί Π. Τσαλδάρη. Κατά τα κρίσιμα χρόνια που ακολούθησαν
-παρά τα τεράστια προβλήματα που υπήρξαν- έγιναν κάποια δειλά βήματα για τη θεσμοθέτηση της γενικής κοινωνικής ασφάλισης, που έμειναν όμως ανολοκλήρωτα. Τα κενά αυτά άρχισαν να καλύπτονται στα τέλη του 1937 με την ενεργοποίηση του νόμου του 1934, με τον οποίο δόθηκε ουσιαστική υπόσταση στο ΙΚΑ. Με βάση το νόμο αυτόν, παγιώθηκε το γενικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα των μισθωτών και μια σειρά άλλες ασφαλιστικές καλύψεις σχετικές με τη λαϊκή υγεία. Την ίδια εποχή, το καθεστώς έθεσε σε εφαρμογή σειρά μέτρων για την αυστηρή τήρηση του ωραρίου των εργαζομένων (επομένως και για την κατοχύρωση των υπερωριών), που έγιναν ευνοϊκά αποδεκτές από το κοινωνικό σώμα. Το όλο νομοθετικό πλαίσιο άφησε πάντως αρκετό κενά, που άρχισαν να καλύπτονται από το 1951, με την αναδιάρθρωση της ασφαλιστικής νομοθεσίας.
Ουσιαστικές υπήρξαν οι παρεμβάσεις του καθεστώτος και στο συνδικαλιστικό χώρο, που πέρασε κάτω από καθεστώς ασφυκτικού κρατικού ελέγχου. Πιο συγκεκριμένα, η δικτατορία προχώρησε στην πλήρη κατάργηση των κατοχυρωμένων συνδικαλιστικών ελευθεριών και προσπάθησε να εφαρμόσει ένα σύστημα λειτουργίας κρατικών και απόλυτα ελεγχόμενων εργατικών συνδικάτων, που θύμιζε σε πολλά το συντεχνιακό σύστημα της Ιταλίας. Στα πλαίσια του συστήματος αυτού, προωθήθηκαν οι θεσμοί των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της υποχρεωτικής διαιτησίας για εργασιακές διαφορές, με την άμεση και αποφασιστική παρέμβαση αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.
Σημαντικές υπήρξαν και οι παρεμβάσεις του καθεστώτος Μεταξά σε ότι αφορούσε τους αγρότες. Ιδιαίτερη μέριμνα δόθηκε για τη ρύθμιση των αγροτικών χρεών (νόμος 677/1937), για την οριστική παραχώρηση γης σε ορισμένες κατηγορίες ακτημόνων (ιδίως από το 1939) και για την οργάνωση ενός ελεγχόμενου από το κράτος συνεταιριστικού συστήματος. Τα βήματα στον τομέα αυτό υπήρξαν, πάντως, μάλλον ανεπαρκή και χαρακτηριστικό είναι ότι δεν επιχειρήθηκε τότε κάποιο ουσιαστικό μέτρο για την κοινωνική ασφάλιση του αγροτικού κόσμου (η σχετική μεταρρύθμιση επιχειρήθηκε το 1961 με την ίδρυση του ΟΓΑ).
Γενικά, το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου άσκησε αξιόλογη παρέμβαση σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, όχι όμως τόσο σημαντική όσο προσπάθησε να εμφανίσει με τους προπαγανδιστικούς του μηχανισμούς.

ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ:
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου