Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Ελλάδα-Αλβανία: Μια διακρατική σχέση «στον αέρα»

Στις 28 Αυγούστου του 1987, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, με τον σήμερα Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια στη θέση του υπουργού Εξωτερικών, «αίρει» το «εμπόλεμο» μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η συγκεκριμένη απόφαση υλοποιήθηκε με πράξη του υπουργικού συμβουλίου και αφορούσε ουσιαστικά τη ρύθμιση του πολιτικού σκέλους της όλης διαμορφωθείσας κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών, η οποία ήταν τεταμένη από την εποχή της ίδρυσης του αλβανικού κράτους. Η συγκεκριμένη κίνηση έγινε με το σκεπτικό πως οι συνθήκες ήταν πλέον ώριμες για την επαναπροσέγγιση των δύο χωρών και την εξασφάλιση των βέλτιστων συνθηκών διαβίωσης της ελληνικής πλειονότητας της Βορείου Ηπείρου. Δυστυχώς, παρά τα ωραία λόγια και τα χαμόγελα στους δημοσιογράφους, η πραγματικότητα δεν δικαίωσε τις ελπίδες της ελληνικής κυβέρνησης.
Το πέρασμα των είκοσι και παραπάνω ετών από τη σημαντική αυτή εξέλιξη, δηλαδή την «άρση» του εμπολέμου, έχει αφήσει στην Ελλάδα μία γλυκόπικρη γεύση αναφορικά με τη συμβίωση των δύο λαών ειδικά μέσα στη χώρα μας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ανοίξει μία παρένθεση και να υπογραμμιστεί πως ο σκοπός της παρούσας ανάλυσης δεν είναι να μεμφθεί τη μεγάλη αλβανικής καταγωγής κοινότητα της Ελλάδας ούτε να τη «δαιμονοποιήσει».  Ίσα ίσα, στη μεγάλη τους πλειονότητα οι οικονομικοί μετανάστες από την Αλβανία, ειδικά τα παιδιά τους, έχουν ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία ομαλά, ενώ αρκετά από αυτά δεν μιλούν καν την αλβανική γλώσσα και δεν έχουν επισκεφθεί τη χώρα των προγόνων τους. Οι περισσότεροι δε από τους αλβανικής καταγωγής συμπολίτες μας συνεισφέρουν στη δύσκολη συγκυρία που βιώνει η χώρα μας. Δεν στρεφόμαστε κατά ατόμων, αλλά αναλύουμε, σχολιάζουμε και στηλιτεύουμε πολιτικές και πρακτικές όταν αυτές, κατά τη γνώμη μας, δεν συνάδουν με τα συμφέροντα της χώρας μας.

Επανερχόμενοι στο υπό εξέταση ζήτημα, θα πρέπει πριν από όλα να γίνει η εξής επισήμανση: Όπως είναι γνωστό, οι σχέσεις μεταξύ κρατών και οργανισμών καθορίζονται από κανόνες και διαμορφούμενα θεσμικά πλαίσια. Έτσι, ο κύριος παράγοντας που διέπει διαχρονικά τη συμπεριφορά μεταξύ κρατικών οντοτήτων μέσα σε μία κοινωνία εθνών είναι οι υπογεγραμμένες συμφωνίες. Η σχέση της χώρας μας με την Τουρκία, για παράδειγμα, παρά την αναθεωρητική στάση της Άγκυρας τα τελευταία… 55 έτη, εδράζεται σε υπογεγραμμένες και επικυρωμένες από τα κοινοβούλια συνθήκες και σύμφωνα. Ακριβώς για το λόγο αυτό δεν είναι/ήταν εύκολο για την Τουρκία να αμφισβητήσει τα δικαιώματα της Ελλάδας ή να θέσει ανοιχτά ζητήματα εδαφικής κυριαρχίας. Έτσι, το πρώτο και βασικότερο σημείο αναφοράς για να μπορέσει να εδραιωθεί μία διακρατική σχέση είναι ο ένας να αναγνωρίζει το δικαίωμα «ύπαρξης» του άλλου, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση είναι, τουλάχιστον, τα χερσαία σύνορα να έχουν αναγνωριστεί και από τις δύο πλευρές. Υπενθυμίζεται πως το Ισραήλ μέχρι πρόσφατα δεν διαπραγματευόταν με τους Παλαιστινίους, αφού αυτοί δεν αναγνώριζαν το δικαίωμα ύπαρξής του. Ακόμα και τώρα δεν συνομιλεί με παράγοντες οι οποίοι θέτουν υπό αμφισβήτηση τη θεμελιώδη αυτή αρχή. Στην περίπτωση όμως της χώρας μας με την Αλβανία θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως το προαπαιτούμενο νομικό πλαίσιο για την ομαλή διαβίωση φαίνεται πως δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, με συνέπεια κάθε κρίση δυνητικά να εγείρει ζητήματα και θέματα, τα οποία η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί πως έχουν επιλυθεί, ενώ στην πραγματικότητα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην «αναψηλάφιση» μειζόνων ερωτημάτων.

Όπως προαναφέρθηκε, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου η ελληνική κυβέρνηση «αίρει» το εμπόλεμο μεταξύ των δύο χωρών. Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά;
Σε έγγραφο της ειδικής νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, του τμήματος Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, και με ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2007, αναφέρονται ξεκάθαρα τα εξής: «Σας πληροφορούμε ότι εξ όσων γνωρίζουμε, το από 10 Νοεμβρίου 1940 Β.Δ. ‘‘περί ορισμού ως εχθρικών κρατών κατά την έννοιαν του αναγκαστικού νόμου υπ’ αρ. 2636/1940 της Ιταλίας και της Αλβανίας και θέσεως εις εφαρμογήν ως προς τα κράτη ταύτα των διατάξεων του ανωτέρου νόμου’’ (ΦΕΚ Α΄ 379), επανήλθε σε ισχύ με το Ν. 13/1944 (ΦΕΚ Α΄ 1944)». Παρακάτω, στο εν λόγω έγγραφο, αναφέρεται πως, εν αντιθέσει με την Αλβανία, όλα τα εκκρεμούντα θέματα με την Ιταλία, πολιτικής και οικονομικής φύσης, έχουν επιλυθεί με μία σειρά συνθηκών, συμφωνιών και συμβάσεων μεταξύ των ετών 1946 και 1949. Με άλλα λόγια, για την ειδική νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 2007, ενώ η Ιταλία έχει πάψει να εμπίπτει στο νόμο περί εχθρικού κράτους, αφού έχουν υπογραφεί οι ανάλογες συνθήκες, η Αλβανία εξακολουθεί τουλάχιστον από νομικής άποψης να θεωρείτε «εχθρός». Με απλά ελληνικά οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΞ ισχυρίζονται πως το «εμπόλεμο» μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας νομικώς δεν έχει αρθεί ποτέ, ενώ φυσικά καμία συνθήκη που να το αίρει δεν έχει περάσει προς κύρωση από τη Βουλή των Ελλήνων έτσι ώστε να γίνει νόμος του κράτους.


Απελευθέρωση της Κορυτσάς
6 Δεκαμβρίου 1912.


 Η πραγματικότητα της σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας παρουσιάζεται με διαφωτιστικό τρόπο στη μελέτη της Κατερίνας Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη που έχει τίτλο Βορειοηπειρωτικό και ελληνοαλβανικές σχέσεις. Αξίζει να υπογραμμιστούν δύο σημεία της εν λόγω μελέτης: Το πρώτο έχει να κάνει με το καθεστώς των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών, ενώ το δεύτερο αφορά το ζήτημα του «εμπολέμου».
Αναφορικά με το πρώτο θέμα, η συγγραφέας σημειώνει πως: «Η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Αλβανίας δεν έχει σημάνει και τυπικά την ‘‘οριστική’’ λύση του εδαφικού ζητήματος της Β. Ηπείρου» και συμπληρώνει πως «η παγίωση της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί στην περιοχή ύστερα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ‘‘αποδοχή’’ της καταστάσεως αυτής από την πλευρά της Ελλάδας και η μη, κατά συνέπεια, προβολή εδαφικής διεκδικήσεως, δεν σημαίνουν και απόλυτη αποποίηση των δικαιωμάτων της. Χαρακτηριστική απόδειξη της πιο πάνω θέσης είναι η έλλειψη διμερούς συμφωνίας σχετικής με τη μεθοριακή γραμμή των δύο χωρών».
Ο λόγος για τον μη καθορισμό όλων των παραπάνω, σύμφωνα με τη συγγραφέα, είναι πως «ο καθορισμός των ελληνοαλβανικών συνόρων είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη σύσταση του αλβανικού κράτους και το βορειοηπειρωτικό ζήτημα». Η Ελλάδα επιθυμεί να υπογραφεί μία συνθήκη με βάση το υπάρχον καθεστώς χωρίς όμως να γίνεται αναφορά σε προγενέστερες συμφωνίες, ενώ η Αλβανία επιθυμεί η συμφωνία να εδράζεται σε όλες τις προηγούμενες. Η διαφορά στη συγκεκριμένη θέση έγκειται στο γεγονός πως τα Τίρανα ουσιαστικά επιδιώκουν να αποκλείσουν το δικαίωμα της Ελλάδας από «μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις». Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι «το καθεστώς των συνόρων να εξακολουθεί να παραμένει χωρίς ειδική διεθνή ρύθμιση». Ας σημειωθεί πως το διεθνές δίκαιο προβλέπει την αλλαγή της συνοριογραμής εάν αυτό αποτελέσει καρπό διαπραγματεύσεων και συνομιλιών, ενώ η «πρακτική» των τελευταίων ετών κάθε άλλο παρά απαγορεύει τέτοιου είδους πρακτικές.
Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα, αυτό του «εμπολέμου» μεταξύ των δύο κρατών, υπενθυμίζεται πως η Αθήνα για να το άρει απαίτησε τα κάτωθι: Πρώτον, την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα και δεύτερον τη μη ανάμειξη της Αλβανίας στα εσωτερικά της.


Όπως όμως αποδείχθηκε ιστορικά, με την πάροδο των ετών οι δύο αυτές προϋποθέσεις, ειδικά η πρώτη, «ατόνησαν», ενώ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ξεκίνησε ένας υποτυπώδης διμερής «διάλογος». Η εξέλιξη των διμερών σχέσεων οδήγησε σήμερα στην εμπέδωση μίας κατάστασης sui generis, «όπου μεταξύ των δύο χωρών ισχύει τυπικά καθεστώς πολέμου, ενώ στην πράξη συμβαίνει εντελώς το αντίθετο». Με μία απλή ματιά στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας μας θα διαπιστωθεί πως η Ελλάδα και η Αλβανία έχουν υπογράψει μία σειρά συμφωνιών οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με συμπεριφορές μεταξύ εμπόλεμων κρατών. Έτσι, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών το «συμβατικό πλαίσιο» μέσα στο οποίο εδράζονται οι διμερείς σχέσεις των δύο κρατών καθορίζεται από το «Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας, Καλής Γειτονίας και Ασφάλειας» που υπεγράφη στις 21 Μαρτίου του 1996 (κυρώθηκε με το Ν.2568/ΦΕΚ Α΄8/13-1-1998). Μεταξύ άλλων, στο εν λόγω σύμφωνο αναφέρεται πως «η ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία συνέβαλε και εξακολουθεί να συμβάλλει σημαντικά στη ζωή της κοινωνίας της Αλβανίας και αποτελεί παράγοντα για την ανάπτυξη της φιλίας μεταξύ των δύο χωρών». Ο αριθμός δε των συμφωνιών και των πρωτοκόλλων που έχουν υπογραφεί με την Αλβανία, από το 1987 έως και το 2008 είναι σημαντικός και περιλαμβάνει ένα «ευρύτατο πλέγμα ειδικότερων συμφωνιών σε επί μέρους τομείς. Περιλαμβάνονται Συμφωνίες Οικονομικής, Βιομηχανικής, Τεχνικής και Επιστημονικής Συνεργασίας, Μορφωτικής Συνεργασίας, Στρατιωτικής Συνεργασίας, Αστυνομικής Συνεργασίας, Δικαστικής Αρωγής». Είναι σαφές πως ο μεγάλος αριθμός των κυρωθέντων συμφωνιών μεταξύ των δύο χωρών δεν περιλαμβάνει ούτε την άρση του εμπολέμου αλλά ούτε και τον ακριβή καθορισμό της οριογραμμής.

Μετά από αιώνες η Βόρεια Ήπειρο ανέπνεε τον άνεμο της ελευθερίας.
Οι Έλληνες της περιοχής, αφού δεν κατάφεραν να ενωθουν
με την μητέρα-πατρίδα, πέτυχαν "ενδιάμεση λύση",
αυτή της αυτονομίας.
Φώτο: επίσημη ανακήρυξη της αυτονομίας της Β.Ηπείρου,
Αργυρόκαστρο (1 Μαρτίου 1914)
(Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο)

Με άλλα λόγια, τόσο η Ελλάδα όσο και η Αλβανία φαίνεται να μην ανησυχούν για το τι θα συμβεί εάν σε κάποια χρονική περίοδο και για κάποιους λόγους η σχέση μεταξύ τους διαρραγεί σε σημείο δημιουργίας μίας μείζονος κρίσης. Τόσο η Αθήνα όσο και τα Τίρανα φαίνεται να αδιαφορούν στην πιθανότητα να θέσει είτε η μία είτε η άλλη πλευρά θέματα εδαφικής κυριαρχίας, αφού δεν υπάρχει κάτι που νομικά να το εμποδίζει. Ιδιαίτερα τα Τίρανα, «μεθυσμένα» από την επιτυχία στο Κοσσυφοπέδιο-Μετόχια φαίνεται να υποτιμούν, όπως ακριβώς πράττουν και τα Σκόπια, τις δυνατότητες και τη θέληση της Αθήνας να υπερασπιστεί κεκτημένα δικαιώματά της. Υπάρχουν όμως λόγοι για τους οποίους η Αθήνα θα θεωρούσε πως τα Τίρανα έχουν «υπερβεί τα εσκαμμένα», συνεπώς η αντίδραση θα μπορούσε να ήταν μία δυναμική απάντηση σε διπλωματικό-πολιτικό, ακόμα και σε στρατιωτικό, επίπεδο η οποία θα αποδείκνυε με τον πλέον σαφή τρόπο πως όλες οι σταθερές στις ελληνοαλβανικές σχέσεις τα τελευταία 20 έτη στην πραγματικότητα βρίσκονται «στον αέρα»;


Χάρτης που καταδεικνύει το χώρο συγκέντρωσεις 
των ελληνικών πλυθησμών,  και οι ζώνες
που έχουν αναγνωριστεί  ως "μειονοτικές",
στις οποίες η Αλβανία υποχρεούται να προτατεύει
την διγλωσσία.
Μόνιμο αίτημα της ελληνικής πλευράς είναι
να επεκταθούν τα όρια της αναγνωρισμένης σήμερα
μειονοτικής περιοχής



Αλβανία: Παίζοντας με την φλόγα
Πριν από λίγες ημέρες ο Έλληνας πρέσβης στα Τίρανα Νίκος Πάζιος, υπό τον κίνδυνο εκδήλωσης σοβαρότατης κρίσης με την Αλβανία, κλήθηκε επειγόντως στην Αθήνα για διαβουλεύσεις. Τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στη Βόρεια Ήπειρο τα οποία κόστισαν τη ζωή σε έναν Έλληνα ομογενή έρχονται ως «κερασάκι στην τούρτα» σε μία σειρά προκλητικών ενεργειών από πλευράς των Τιράνων, τα οποία δεν φαίνεται να εκτιμούν τη συγκαταβατική στάση της Ελλάδας σε όλα σχεδόν τα θέματα τα οποία την απασχολούν. Το πεδίο αντιπαράθεσης, το οποίο η Αλβανία έχει ανοίξει με την Ελλάδα, δυστυχώς διευρύνεται μέρα με τη μέρα. Σε γενικές γραμμές, οι προκλήσεις εναντίον της χώρας μας θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες:
Σε αυτά τα ζητήματα που ήδη υπήρχαν και ταλάνιζαν τις διακρατικές σχέσεις και σε εκείνα τα οποία έχουν ανακύψει σχετικά πρόσφατα και θέτουν νέα βάρη στο ήδη τεντωμένο σχοινί όπου ακροβατούν οι δύο πλευρές.

Τα «παλαιά» θέματα είναι κυρίως δύο:
Πρώτον, τα προβλήματα επιβίωσης της ελληνικής πλειονότητας στη Βόρεια Ήπειρο. Τα αιτήματα περί αναγνώρισης όλων των περιοχών της Βορείου Ηπείρου ως «μειονοτικών» και η εξασφάλιση της ζωής, της ελευθερίας και της περιουσίας τους παραμένουν αναλλοίωτα, υποδηλώνοντας πως το αλβανικό κράτος έχει κάνει, αν όχι τίποτα, πολύ λίγα προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο πρόσφατος θάνατος του Έλληνα ομογενή αποδεικνύει πως η κατάσταση αντί να βελτιώνεται βαίνει προς το χειρότερο.
Δεύτερον, τα Τίρανα ενθαρρύνουν τις απαιτήσεις διαφόρων κύκλων αναφορικά με το θέμα των Τσάμηδων, οι οποίοι, έχοντας την εντύπωση πως η Ελλάδα είναι πρόσφορο έδαφος για δημιουργία καταστάσεων τύπου Κοσσυφοπεδίου, τον τελευταίο καιρό έχουν αποθρασυνθεί τελείως. Απλούστερη απόδειξη των πραγματικών προθέσεων της ηγεσίας της Αλβανίας είναι η προσβολή προς το πρόσωπο του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κ. Παπούλια, ο οποίος σε επίσκεψή του στην Αλβανία βρέθηκε αντιμέτωπος με «Τσάμηδες» που απαιτούσαν «δικαιοσύνη».

Τα «νέα» θέματα είναι και αυτά δύο:
Πρώτον, ενώ υπεγράφη μεταξύ των δύο κυβερνήσεων η συμφωνία για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και των άλλων θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας θεωρώντας πως η συμφωνία υποσκάπτει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Αλβανίας μπλόκαρε την κύρωσή της. Η μη κύρωση της εν λόγω συμφωνίας αντιβαίνει τις προβλέψεις της Σύμβασης του Δικαίου της Θαλάσσης, ενώ η μη εφαρμογή της συνιστά καίριο πλήγμα στα εθνικά μας συμφέροντα, ειδικά εάν συνυπολογιστεί το γεγονός πως η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα στην Ανατολική Μεσόγειο αναφορικά με το θέμα των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί και κάτι ακόμα το οποίο δημιουργεί πολλά ερωτηματικά:
Είναι δυνατόν η Αθήνα να διαμαρτύρεται για την εν λόγω εξέλιξη και να ζητά το δίκιο της, ενώ η ίδια δεν έχει προχωρήσει στο αυτονόητο, δηλαδή στην κύρωση της υπογεγραμμένης συμφωνίας από τη Βουλή των Ελλήνων; Ποιος ο λόγος της κωλυσιεργίας της ελληνικής κυβέρνησης;
Δεύτερον, η όλο και αναβαθμιζόμενη στρατιωτική σχέση με την Τουρκία προκαλεί στην Ελλάδα όχι μόνο ανησυχία αλλά και εκνευρισμό. Είναι σαφές πως τα Τίρανα έχουν διαλέξει στρατόπεδο αναφορικά με τις περιφερειακές συσσωματώσεις και συμμαχίες. Πριν από λίγο καιρό μοίρα του τουρκικού στόλου ασκήθηκε στο Ιόνιο, μη υπολογίζοντας πως στην περιοχή, εκτός από τη δόξα, μπορεί να συναντήσει και εκπλήξεις όμοιες με αυτές που αντιμετώπισε στην ιστορική ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) ο οθωμανικός στόλος, ο οποίος τώρα αναπαύεται στο βυθό της θάλασσας. Οι πλάτες που κάνουν τα Τίρανα προς την Άγκυρα διευκολύνοντας με τόσο απροκάλυπτο και εριστικό τρόπο το άνοιγμα ενός δεύτερου τουρκικού μετώπου εναντίον της Ελλάδας πραγματικά προξενεί εντύπωση.


Τι θα συνέβαινε Αν…
Είναι φανερό πως οι προκλήσεις της Αλβανίας έχουν πλέον ξεφύγει του «τοπικού» πεδίου και της μικροπολιτικής. Τα Τίρανα πλέον θεωρούν πως έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν να δολοφονούνται Έλληνες και ύστερα μέσω των μέσων μαζικού επηρεασμού της κοινής γνώμης να «ζητάνε και τα ρέστα» και να ηρωοποιούν τους δολοφόνους. Το πολιτικό σύστημα της χώρας επιτρέπει σε «Τσάμηδες» να προπαγανδίζουν όχι μόνο την «επιστροφή στις ρίζες» αλλά και την «κοσοβοποίηση» της Νότιας Ηπείρου. Εάν όμως αυτά τα θεωρήσει κάποιος «τετριμμένα» και γνωστά, τι έχει να παρατηρήσει για το ζήτημα της προσπάθειας αποστέρησης από την Ελλάδα τεραστίων θαλάσσιων εκτάσεων, μαζί με το υπέδαφός τους, και για το μείζον θέμα της άδειας εγκατάστασης τουρκικών δυνάμεων στην πλάτη της χώρας μας; Εκείνο το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως από κάθε άποψη η Ελλάδα έχει το πάνω χέρι σε μία δυνητική αντιπαράθεση με την Αλβανία.
Τόσο στο οικονομικό επίπεδο όσο στο πολιτικό και στο στρατιωτικό, η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από τα Τίρανα. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως η γεωπολιτική ισορροπία του 2010 δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το 1999. Με άλλα λόγια, είναι σίγουρο πως η υιοθέτηση πρακτικών και στρατηγικών τύπου Κοσσυφοπεδίου-Μετόχια δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή από τη «διεθνή κοινότητα». Με λίγα λόγια,κάθε προσπάθεια περαιτέρω πρόκλησης της Ελλάδας το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν τόσο η Αθήνα όσο και η… διεθνής κοινότητα να «θυμηθούν» πως το «εμπόλεμο» δεν έχει αρθεί, τα σύνορα δεν έχουν καθοριστεί και η Βόρεια Ήπειρος θα έπρεπε να ήταν αυτόνομη.

Του Δρ. Γεωργίου Κ. Φίλη

ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου