Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ




από το Μεταβατικό Πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς



ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Παρουσιάζουμε τα σημαντικότερα και πιο επίκαιρα αιτήματα από το Μεταβατικό Πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς, που έγραψε ο Λέων Τρότσκυ και εγκρίθηκε στο Ιδρυτικό Συνέδριο της 4ης Διεθνούς το 1938. Πρόκειται αναμφισβήτητα για το σημαντικότερο προγραμματικό ντοκουμέντο του επαναστατικού εργατικού κινήματος στον αιώνα που πέρασε, για ένα πολιτικό ντοκουμέντο-οδηγό, που αποδεικνύεται πραγματικά αθάνατο. Παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Ιδιαίτερα η πάλη ενάντια στην ανεργία δεν είναι νοητή χωρίς την απαίτηση για μια πλατιά και τολμηρή οργάνωση δημοσίων έργων. Όμως, τα δημόσια έργα μπορούν να έχουν μια μόνιμη και προοδευτική σημασία, τόσο για την κοινωνία όσο και για τους ίδιους τους ανέργους, μόνο στο βαθμό που αποτελούν μέρος ενός γενικού πλάνου, που έχει καταστρωθεί για να καλύψει ένα σημαντικό αριθμό χρόνων. Μέσα στα πλαίσια ενός τέτοιου πλάνου, οι εργάτες θα διεκδικήσουν το ξαναρχίνισμα της δουλειάς, για λογαριασμό της κοινωνίας, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις που έκλεισαν με την κρίση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο εργατικός έλεγχος θα παραχωρούσε τη θέση του στην άμεση εργατική διαχείριση». - Μπορεί να υπάρχει κάτι πιο επίκαιρο για το βιομηχανικό προλεταριάτο που παλεύει σήμερα στα κλειστά, εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους εργοστάσια;
«Στα κλαψουρίσματα των καπιταλιστών για το κόστος της παραγωγής, της μεταφοράς και της προώθησης των εμπορευμάτων, οι καταναλωτές απαντούν: "Δείξτε μας τα βιβλία σας. Απαιτούμε έλεγχο πάνω στον καθορισμό των τιμών". Τα όργανα αυτού του ελέγχου πρέπει να είναι οι επιτροπές για τις τιμές, που θα αποτελούνται από εκπροσώπους απ' τα εργοστάσια, εκπροσώπους των συνδικάτων, των συνεταιρισμών, των οργανώσεων των αγροτών, του απλού λαού της πόλης, των νοικοκυρών». -Ένα συμπυκνωμένο πρόγραμμα για το πώς να πολεμήσουμε σήμερα την ακρίβεια.
«Για να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο σύστημα επενδύσεων και πιστώσεων, σύμφωνα με ένα ορθολογικό σχέδιο που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα όλου του λαού, είναι αναγκαίο να συγχωνεύσουμε όλες τις τράπεζες σε ένα και μόνο εθνικό ίδρυμα. Μόνο η απαλλοτρίωση των ιδιωτικών τραπεζών και η συγκέντρωση ολόκληρου του πιστωτικού συστήματος στα χέρια του κράτους θα προμηθεύσουν το τελευταίο με τα πραγματικά αναγκαία μέσα, δηλαδή, με τους υλικούς πόρους για το σχεδιασμό της οικονομίας». - Ότι πιο επίκαιρο για την αντιμετώπιση της ασυδοσίας των τοκογλύφων τραπεζιτών και την υποταγή του τραπεζικού συστήματος στις επείγουσες ανάγκες του εργαζόμενου λαού.
Για την ορθότητα και την απόλυτη επικαιρότητα των θέσεων του Μεταβατικού Προγράμματος, αρκεί όμως να αναφέρουμε συνοπτικά και την πιο σημαντική περίπτωση από την ελληνική εμπειρία της εφαρμογής αυτού τoυ προγράμματος. Κατά την προ-δικτατορική περίοδο, στο ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς διαμορφώθηκε μια ικανότατη ομάδα προλεταρίων μαχητών, οι οποίοι, παρά το μικρό αριθμητικά μέγεθος της οργάνωσης, κατάφεραν να κυριαρχήσουν μέσα σε μια σειρά εργατικά επαγγέλματα, και πρώτα και κύρια στον κλάδο των εργατών της λιθογραφίας. Σε αυτόν λοιπόν τον κλάδο, μετά τις πρώτες απόλυτα επιτυχείς δοκιμές, με 59 νικηφόρες εργοστασιακές απεργίες σε σύνολο 61, οι σύντροφοι μας επεχείρησαν, στη μετα-δικτατορική πλέον περίοδο, και συγκεκριμένα το 1977, μια γενική απεργιακή επίθεση κατά της εργοδοσίας, με σκοπό την επιβολή μιας σειράς σπουδαίων εργατικών αιτημάτων, που ήταν όλα τους βασισμένα στο Μεταβατικό Πρόγραμμα. Και συγκεκριμένα, τη μείωση των ωρών εργασίας (40ωρο-5ήμερο-8ωρο) και το τιμαριθμικό μεροκάματο, δηλαδή, την αυτόματη ύψωση του εργατικού μισθού ανάλογα με την ύψωση των τιμών. Και αυτά τα αιτήματα, όπως και άλλα δευτερεύοντα, τα επέβαλαν πλήρως, με μια μαχητικότατη και εκπληκτική σε οργάνωση νικηφόρο τρίμηνη απεργία, 2.500 λιθογράφων εργατών. Σε πείσμα, μάλιστα, όλων των τότε κομμάτων και ηγεσιών που μιλούσαν στο όνομα της εργατικής τάξης, οι οποίες αρνούνταν αυτά τα αιτήματα, κρίνοντας τα άκαιρα και ανεφάρμοστα. Ο αντίκτυπος από τη νίκη αυτής της απεργίας ήταν τόσο μεγάλος, που τα αιτήματα αυτά πέρασαν στη συνέχεια σε όλη την εργατική τάξη.
Το τιμαριθμικό μεροκάματο, ο έλεγχος των τιμών, τα μεγάλα δημόσια έργα για την αντιμετώπιση της ανεργίας, η κρατικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, ο εργατικός έλεγχος και η εργατική διαχείριση, οι απεργιακές επιτροπές, όλα τα αιτήματα του Μεταβατικού Προγράμματος επανέρχονται διαρκώς στην επικαιρότητα, κάθε φορά που η βασανισμένη τάξη μας ψάχνει τρόπους ν' αμυνθεί στις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης. Και ειδικά στη σημερινή περίοδο, όπου κυριολεκτικά διακυβεύεται το αν ο εργαζόμενος ελληνικός λαός θα καταφέρει να διατηρήσει στοιχειώδεις κατακτήσεις και ένα ανθρώπινο βιοτικό επίπεδο ή θα βουλιάξει σε μια κατάσταση πλήρους εξαθλίωσης, το Μεταβατικό Πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς είναι ένα αναντικατάστατο εργαλείο. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ακόμα και δυνάμεις που δεν έχουν σχέση με τον κομμουνισμό-τροτσκισμό, κάθε φορά που επιχειρούν να πιάσουν τον παλμό των μαζών εκ των πραγμάτων δανείζονται συνθήματα από το Μεταβατικό Πρόγραμμα. Κάθε συνειδητός εργάτης, κάθε νέος άνθρωπος που ψάχνει μια διέξοδο από την πλήρη παρακμή της σημερινής ελληνικής καπιταλιστικής κοινωνίας, οφείλει να διαβάσει αυτό το ντοκουμέντο. Και όποιος το έχει διαβάσει, οφείλει οπωσδήποτε να το ξαναδιαβάσει υπό το φως των σημερινών εξελίξεων, γιατί είναι σίγουρο ότι θα ανακαλύψει αιτήματα, συνθήματα, καθήκοντα, ιδέες, που σε άλλες, πιο «ομαλές» εποχές, δεν είχε προσέξει.
Πάρις Δάγλας

ΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ 4ης ΔΙΕΘΝΟΥΣ (αποσπάσματα)

Κινητή κλίμακα μισθών*  και κινητή κλίμακα ωρών εργασίας
Μέσα στις συνθήκες ενός καπιταλισμού που αποσυντίθεται, οι μάζες συνεχίζουν να ζουν τη μίζερη ζωή των καταπιεζόμενων, που τώρα, περισσότερο από ποτέ, απειλούνται να ριχτούν στο βάραθρο της εξαθλίωσης. Είναι αναγκασμένες να υπερασπίσουν την μπουκιά το ψωμί τους, αν δεν μπορούν να την μεγαλώσουν ή να τη βελτιώσουν. Δεν υπάρχει ούτε η ανάγκη ούτε η δυνατότητα να απαριθμήσουμε εδώ τις χωριστές, τις επιμέρους διεκδικήσεις που κάθε φορά ξεπηδούν πάνω στη βάση των συγκεκριμένων συνθηκών - εθνικών, τοπικών, επαγγελματικών. Δύο, όμως, βασικές οικονομικές συμφορές, που σε αυτές συνοψίζεται ο αυξανόμενος παραλογισμός του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή, η ανεργία και η ακρίβεια, απαιτούν γενικευμένα συνθήματα και μεθόδους πάλης.
Η 4η Διεθνής κηρύσσει ασυμφιλίωτο πόλεμο ενάντια στην πολιτική των καπιταλιστών, πολιτική που κατά ένα μεγάλο μέρος (όπως και η πολιτική των πρακτόρων τους, των ρεφορμιστών) αποβλέπει στο να ρίξει πάνω στις πλάτες των εργαζόμενων ολόκληρο το φορτίο του μιλιταρισμού, της κρίσης, της αποδιοργάνωσης του νομισματικού συστήματος, καθώς και κάθε άλλη μάστιγα που ξεπηδάει από τη θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού. Η 4η Διεθνής απαιτεί δουλειά και ανθρώπινες συνθήκες ζωής για όλους.
Ούτε ο νομισματικός πληθωρισμός ούτε η σταθεροποίηση μπορούν να χρησιμεύσουν σαν συνθήματα για το προλεταριάτο, γιατί αυτά δεν είναι παρά οι δυο άκρες ενός και του ίδιου ραβδιού. Ενάντια στην αλματώδη ύψωση των τιμών (...) δεν μπορεί να παλέψει κανείς παρά με το σύνθημα της κινητής κλίμακας των μισθών. Αυτό σημαίνει ότι οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να εξασφαλίζουν μια αυτόματη αύξηση των μισθών ανάλογη με την άνοδο των τιμών στα είδη κατανάλωσης.
Κάτω από την απειλή της ίδια της αποσύνθεσης, το προλεταριάτο δεν μπορεί να επιτρέψει τη μετατροπή ενός όλο και πιο μεγάλου τμήματος της εργατικής τάξης σε χρόνια εξαθλιωμένους παρίες, που τρέφονται από τα αποφάγια μιας κοινωνίας που διαλύεται. Το δικαίωμα στη δουλειά είναι το μόνο σοβαρό δικαίωμα που έχει απομείνει στον εργάτη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην εκμετάλλευση. Αυτό το δικαίωμα είναι σήμερα που του αφαιρούν σε κάθε βήμα. Ενάντια στην ανεργία, τόσο την «οργανική» όσο και τη «συγκυριακή», είναι καιρός πια να προωθήσουμε, μαζί με το σύνθημα για δημόσια έργα, το σύνθημα της κινητής κλίμακας των ωρών εργασίας. Τα εργατικά συνδικάτα και οι άλλες μαζικές οργανώσεις θα πρέπει να συνενώσουν τους εργάτες που έχουν δουλειά και τους ανέργους σε μια αλληλεγγύη αμοιβαίας ευθύνης. Πάνω σ' αυτή τη βάση, όλη η δουλειά που υπάρχει πρέπει να μοιραστεί σε όλους τους εργάτες, κι αυτό το μοίρασμα να καθορίζει την έκταση της εργάσιμης εβδομάδας. Το μέσο μεροκάματο κάθε εργάτη μένει όπως ήταν στην παλιά εργάσιμη εβδομάδα. Το μεροκάματο, με ένα αυστηρά εγγυημένο μίνιμουμ, θα πρέπει να ακολουθεί την κίνηση των τιμών. Είναι αδύνατο να δεχτεί κανείς οποιοδήποτε άλλο πρόγραμμα στη σημερινή καταστροφική περίοδο.
Οι ιδιοκτήτες και οι δικηγόροι τους θα αποδείξουν το «απραγματοποίητο» αυτών των αιτημάτων. Οι μικροί καπιταλιστές, ιδιαίτερα οι κατεστραμμένοι καπιταλιστές, θα παραπέμψουν, επιπλέον, στα λογιστικά τους βιβλία. Οι εργάτες αποκρούουν κατηγορηματικά αυτά τα συμπεράσματα και αυτές τις παραπομπές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια «συνηθισμένη» σύγκρουση ανάμεσα σε αντιτιθέμενα υλικά συμφέροντα, αλλά με το πώς θα προφυλαχθεί το προλεταριάτο από τον ξεπεσμό, την ηθική αποσύνθεση και την καταστροφή. Έχουμε να κάνουμε με ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για τη μόνη δημιουργική και προοδευτική τάξη, και, κατά συνέπεια, για το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας. Αν ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να ικανοποιήσει τα αιτήματα που αναπόφευκτα ξεπηδούν από τις συμφορές που ο ίδιος γεννάει, τότε ας χαθεί! Το «πραγματοποιήσιμο» ή το «απραγματοποίητο» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, ένα ζήτημα συσχετισμού δυνάμεων, που δεν μπορεί να κριθεί παρά μόνο με την πάλη. Διαμέσου αυτής της πάλης, οι εργάτες, ανεξάρτητα από το ποιες μπορεί να είναι οι άμεσες πρακτικές επιτυχίες τους, θα φτάσουν πιο εύκολα στην κατανόηση της αναγκαιότητας να καταργήσουν την καπιταλιστική σκλαβιά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ(*)
Το βασικό αίτημα του Μεταβατικού Προγράμματος «Κινητή κλίμακα μισθών» πέρασε έτσι στην πρώτη ελληνική μετάφραση, αλλά η ορολογία που είναι η σωστότερη και που έχει επικρατήσει τελικά είναι «τιμαριθμικό μεροκάματο». Δηλαδή, το εργατικό μεροκάματο να αυξάνεται αυτόματα ανάλογα με την άνοδο των τιμών.


Τα εργατικά συνδικάτα στη μεταβατική εποχή
Στην πάλη για τις μερικές και τις μεταβατικές διεκδικήσεις, οι εργάτες έχουν τώρα περισσότερο από ποτέ ανάγκη από μαζικές οργανώσεις, και πριν απ' όλα από συνδικάτα (...).

Ο Μπολσεβίκος-Λενινιστής στέκεται στην πρώτη γραμμή των επάλξεων σε κάθε είδους αγώνες, ακόμα και σε κείνους που αναφέρονται στα πιο μέτρια υλικά συμφέροντα ή δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων. Παίρνει ενεργητικά μέρος στα μαζικά συνδικάτα, προσπαθώντας να τα ενισχύσει και να εξυψώσει το μαχητικό τους πνεύμα. Παλεύει αδιάλλακτα ενάντια σε κάθε προσπάθεια υποταγής των συνδικάτων στο αστικό κράτος και δεσίματος του προλεταριάτου σε «υποχρεωτικές διαιτησίες» και κάθε άλλη μορφή πολιτικής κηδεμονίας (...). Μόνο πάνω στη βάση μιας τέτοιας δουλειάς μέσα στα συνδικάτα είναι δυνατό να παλέψουμε με επιτυχία ενάντια στους ρεφορμιστές, μαζί κι εκείνους που ανήκουν στη σταλινική γραφειοκρατία. Οι σεχταριστικές προσπάθειες για το σχηματισμό ή τη διατήρηση μικρών «επαναστατικών» συνδικάτων, σαν μια δεύτερη έκδοση κόμματος, σημαίνουν, στην πραγματικότητα, την άρνηση της πάλης για την ηγεσία της εργατικής τάξης. Είναι αναγκαίο να διατυπώσουμε τον παρακάτω σταθερό κανόνα: Η αυτοαπομόνωση από τα μαζικά συνδικάτα είναι ένα είδος συνθηκολόγησης που ισοδυναμεί με προδοσία της επανάστασης και είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους της 4ης Διεθνούς.
Ταυτόχρονα, η 4η Διεθνής απορρίπτει και καταδικάζει αποφασιστικά κάθε συνδικαλιστικό φετιχισμό, που χαρακτηρίζει εξίσου τους τρεϊντγιουνιονιστές και τους συνδικαλιστές.
α) Τα συνδικάτα, από το σκοπό που εκπληρώνουν, από τη σύνθεση τους και από τον τρόπο που στρατολογούν τα μέλη τους, δεν προσφέρουν και δεν μπορούν να προσφέρουν ένα ολοκληρωμένο επαναστατικό πρόγραμμα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το κόμμα. Η οικοδόμηση εθνικών επαναστατικών κομμάτων, τμημάτων της 4ης Διεθνούς, είναι το κεντρικό καθήκον της μεταβατικής περιόδου.
β) Τα συνδικάτα, ακόμα και τα πιο ισχυρά, δεν αγκαλιάζουν πάνω από το 20-25% των εργαζομένων, ποσοστό στο οποίο υπερισχύουν τα πιο ειδικευμένα και τα πιο καλοπληρωμένα στρώματα της. Η πιο καταπιεσμένη πλειονότητα της εργατικής τάξης δε σέρνεται στον αγώνα παρά μόνο επεισοδιακά, σε περιόδους εξαιρετικών κινητοποιήσεων μέσα στο εργατικό κίνημα. Σε τέτοιες στιγμές, είναι αναγκαία η δημιουργία ειδικών μορφών οργάνωσης, που να αγκαλιάζουν ολόκληρη τη μαχόμενη μάζα: απεργιακές επιτροπές, επιτροπές εργοστασίων και, τέλος, Πολιτική Οργάνωση των Εργατών.
γ) Σαν οργανώσεις που εκφράζουν τα ανώτατα στρώματα του προλεταριάτου, τα συνδικάτα, όπως το δείχνει ολόκληρη η ιστορική εμπειρία του παρελθόντος, (...) αναπτύσσουν ισχυρές τάσεις συμβιβασμού με το αστικό δημοκρατικό καθεστώς. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, οι διευθυντικοί μηχανισμοί των συνδικάτων προσπαθούν να κυριαρχήσουν πάνω στο μαζικό κίνημα, για να το καταστήσουν ακίνδυνο. Αυτό γίνεται κιόλας την περίοδο των απλών απεργιών, πόσο μάλλον στην περίπτωση των μαζικών απεργιών με καταλήψεις εργοστασίων, που κλονίζουν τα θεμέλια της αστικής ιδιοκτησίας. Σε καιρό πολέμου ή επανάστασης, όταν η μπουρζουαζία περνάει εξαιρετικά δύσκολες στιγμές, οι ηγέτες των συνδικάτων γίνονται συνήθως αστοί υπουργοί.
Επομένως, τα τμήματα της 4ης Διεθνούς θα πρέπει πάντα να προσπαθούν όχι μόνο να ανανεώνουν το μηχανισμό των συνδικάτων, προωθώντας με τόλμη και αποφασιστικότητα στις κρίσιμες στιγμές νέα μαχητικά στοιχεία στη θέση των ρουτινιέρηδων υπαλλήλων και καριεριστών, αλλά και να δημιουργούν, σε κάθε περίπτωση που προκύπτει αυτή η δυνατότητα, ανεξάρτητες μαχητικές οργανώσεις, που να ανταποκρίνονται ολοένα και περισσότερο στα καθήκοντα της μαζικής πάλης ενάντια στην αστική κοινωνία• και ακόμα να μη δειλιάζουν, αν αυτό είναι αναγκαίο, μπροστά σε μια ανοιχτή ρήξη με το συντηρητικό μηχανισμό των συνδικάτων. Αν είναι εγκληματικό να γυρίζει κανείς την πλάτη στις μαζικές οργανώσεις για να υποστηρίξει σεχταριστικά κατασκευάσματα, δεν είναι λιγότερο εγκληματικό το να ανέχεται παθητικά την υποταγή του επαναστατικού κινήματος των μαζών στον έλεγχο ανοιχτά αντιδραστικών ή καλυμμένα συντηρητικών («προοδευτικών») γραφειοκρατικών κλικών. Τα συνδικάτα δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι απλώς ένα μέσο στο δρόμο της προλεταριακής επανάστασης.

Εργοστασιακές επιτροπές
Στη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, το εργατικό κίνημα δεν έχει ένα «κανονικό» και ισορροπημένο χαρακτήρα, αλλά ένα χαρακτήρα πυρετώδη και εκρηκτικό. Τα συνθήματα, το ίδιο όπως και οι μορφές οργάνωσης, πρέπει να υποτάσσονται στη δοσμένη κατάσταση του κινήματος. Αποφεύγοντας τη ρουτίνα σαν να είναι χολέρα, η ηγεσία πρέπει να ανταποκρίνεται με ευαισθησία στην πρωτοβουλία των μαζών.

Οι απεργίες με κατάληψη των εργοστασίων, μια από τις τελευταίες εκδηλώσεις αυτού του είδους της πρωτοβουλίας, υπερβαίνουν τα όρια μιας «νόμιμης» διαδικασίας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ανεξάρτητα από τα αιτήματα των απεργών, η προσωρινή κατάληψη των εργοστασίων είναι ένα χαστούκι στο είδωλο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Κάθε τέτοια απεργία θέτει με έναν πρακτικό τρόπο το ερώτημα ποιος είναι το αφεντικό στο εργοστάσιο: ο καπιταλιστής ή οι εργάτες;
Αν η απεργία με κατάληψη του εργοστασίου θέτει αυτό το ερώτημα επεισοδιακά, η εργοστασιακή επιτροπή δίνει στο ίδιο αυτό ερώτημα μια οργανωμένη έκφραση. Εκλεγμένη απ' όλους όσους δουλεύουν μέσα στο εργοστάσιο, η εργοστασιακή επιτροπή δημιουργεί αμέσως ένα αντίβαρο στη θέληση της διεύθυνσης.
Στην κριτική που κάνουν οι ρεφορμιστές, διακρίνοντας τους εργοδότες στους λεγόμενους «οικονομικούς μονάρχες» τύπου Φορντ και σε «καλούς», «δημοκρατικούς» εκμεταλλευτές, αντιτάσσουμε το σύνθημα των εργοστασιακών επιτροπών σαν κέντρων πάλης ενάντια και στους μεν και στους δε.
Οι γραφειοκράτες των συνδικάτων, γενικά, θα αντιδράσουν στη δημιουργία εργοστασιακών επιτροπών, το ίδιο όπως αντιδρούν σε κάθε τολμηρό βήμα που γίνεται στο δρόμο της κινητοποίησης των μαζών.
Ωστόσο, όσο πιο πλατύ θα είναι το κίνημα, τόσο πιο εύκολο θα είναι να συντρίψουμε την αντίσταση τους. Εκεί όπου οι εργάτες είναι όλοι τους συνδικαλισμένοι, ήδη από την «ειρηνική» περίοδο, η επιτροπή θα συμπέσει τυπικά με το κανονικό όργανο του συνδικάτου, θα του ανανεώσει όμως τη σύνθεση και θα του διευρύνει τις λειτουργίες. Η πρωταρχική, όμως, σημασία των επιτροπών βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπονται σε επιτελεία μάχης για εκείνα τα εργατικά στρώματα που το συνδικάτο δεν είναι συνήθως ικανό να κινητοποιήσει. Από αυτά ακριβώς τα πιο εκμεταλλευόμενα στρώματα θα βγουν τα επαναστατικά αποσπάσματα με τη μεγαλύτερη αυτοθυσία.
Από τη στιγμή που η επιτροπή κάνει την εμφάνιση της, εγκαθιδρύεται στην πραγματικότητα μια δυαδική εξουσία μέσα στο εργοστάσιο. Από την ίδια της την ουσία, αυτή η δυαδική εξουσία αντιπροσωπεύει τη μεταβατική κατάσταση, γιατί περικλείει μέσα της δυο ασυμφιλίωτα καθεστώτα: το καπιταλιστικό και το προλεταριακό. Η θεμελιώδης σημασία των εργοστασιακών επιτροπών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι αυτές ανοίγουν την πόρτα, αν όχι σε μια άμεσα επαναστατική περίοδο, τουλάχιστον σε μια προεπαναστατική περίοδο - ανάμεσα στο αστικό και το προλεταριακό καθεστώς. Το ότι η προπαγάνδιση της ιδέας για τις εργοστασιακές επιτροπές δεν είναι ούτε πρόωρη ούτε τεχνητή, αποδεικνύεται πλέρια από τα κύματα των καταλήψεων των εργοστασίων που απλώνονται σε διάφορες χώρες. Νέα κύματα αυτού του τύπου θα είναι αναπόφευκτα στο άμεσο μέλλον. Είναι ανάγκη να ξεκινήσουμε έγκαιρα μια καμπάνια για εργοστασιακές επιτροπές, για να μη μας βρουν απροετοίμαστους τα γεγονότα.

Το «εμπορικό μυστικό» και ο εργατικός έλεγχος στη βιομηχανία
Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, που στηριζόταν στο συναγωνισμό και το ελεύθερο εμπόριο, ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Ο διάδοχος του, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, όχι μόνο δεν περιορίζει την αναρχία στην αγορά, αλλά αντίθετα της έχει δώσει ένα χαρακτήρα ιδιαίτερα σπασμωδικό. Η ανάγκη του «ελέγχου» της οικονομίας, της κρατικής «καθοδήγησης» της βιομηχανίας και του «σχεδιασμού» αναγνωρίζεται σήμερα -τουλάχιστον στα λόγια- απ' όλα σχεδόν τα αστικά και μικροαστικά ρεύματα, από το φασισμό μέχρι τη σοσιαλδημοκρατία. Για τους φασίστες είναι κυρίως ένα ζήτημα μιας «σχεδιασμένης» καταλήστευσης του λαού για μιλιταριστικούς σκοπούς. Οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούν να αδειάσουν τον ωκεανό της αναρχίας με το κουτάλι ενός γραφειοκρατικού «σχεδιασμού». Μηχανικοί και καθηγητές γράφουν άρθρα για την «τεχνοκρατία». Στα δειλά «ρυθμιστικά» πειράματα τους, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις σκοντάφτουν στο ακατανίκητο σαμποτάζ του μεγάλου κεφαλαίου.

Η πραγματική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους δημοκρατικούς «ελεγκτές» χαρακτηρίζεται πολύ καθαρά από το γεγονός ότι οι κύριοι «μεταρρυθμιστές» σταματούν με θρησκευτική ευλάβεια στο κατώφλι των τραστ και των βιομηχανικών και εμπορικών «μυστικών» τους. Εδώ βασιλεύει η αρχή της «μη ανάμειξης». Οι λογαριασμοί ανάμεσα στον ατομικό καπιταλιστή και την κοινωνία παραμένουν ένα μυστικό του καπιταλιστή: Δεν αφορούν την κοινωνία. Η δικαιολογία που δίνουν για την αρχή του εμπορικού «μυστικού» είναι φαινομενικά, όπως και στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, ο ελεύθερος «ανταγωνισμός». Στην πραγματικότητα, τα τραστ δεν έχουν μυστικά μεταξύ τους. Το εμπορικό μυστικό στην εποχή μας είναι μέρος μιας διαρκούς συνωμοσίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας. Τα σχέδια για περιορισμό του απολυταρχισμού των «οικονομικών μοναρχών» παραμένουν αξιοθρήνητες φάρσες, όσο οι ατομικοί ιδιοκτήτες των κοινωνικών μέσων παραγωγής μπορούν να κρύβουν από τους παραγωγούς και τους καταναλωτές τις μηχανορραφίες της εκμετάλλευσης, της ληστείας, της απάτης. Η κατάργηση του «εμπορικού μυστικού» είναι το πρώτο βήμα για έναν πραγματικό έλεγχο της βιομηχανίας.
Οι εργάτες έχουν το δικαίωμα, όχι λιγότερο από τους καπιταλιστές, να ξέρουν τα «μυστικά» της επιχείρησης, του τραστ, ολόκληρου του βιομηχανικού κλάδου, ολόκληρης της εθνικής οικονομίας. Πριν απ' όλα, οι τράπεζες, η βαριά βιομηχανία και οι συγκεντροποιημένες μεταφορές πρέπει να μπουν κάτω από τον εξεταστικό φακό.
Τα άμεσα καθήκοντα του εργατικού ελέγχου είναι: να ξεκαθαρίσει ποια είναι τα έσοδα και ποιες οι δαπάνες της κοινωνίας, ξεκινώντας από τις ατομικές επιχειρήσεις. Να καθορίσει το πραγματικό μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που οικειοποιούνται οι καπιταλιστές σαν άτομα και σαν σύνολο. Να ξεσκεπάσει τις παρασκηνιακές κομπίνες και τις απάτες των τραπεζών και των τραστ. Τέλος, να παρουσιάσει ενώπιον ολόκληρης της κοινωνίας αυτή την παράλογη σπατάλη ανθρώπινης εργασίας που είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής αναρχίας και της ωμής επιδίωξης του κέρδους.
Κανένας αξιωματούχος του αστικού κράτους δεν είναι σε θέση να φέρει σε πέρας αυτή τη δουλειά, όποιες κι αν είναι οι εξουσίες με τις οποίες μπορεί κανείς να την περιβάλει. Ολόκληρος ο κόσμος στάθηκε μάρτυρας της αδυναμίας του προέδρου Ρούσβελτ και του πρωθυπουργού Λεόν Μπλουμ μπροστά στις συνωμοσίες των «60» ή των «200 οικογενειών» των αντίστοιχων εθνών τους. Για να τσακιστεί η αντίσταση των εκμεταλλευτών, είναι αναγκαία η μαζική πίεση του προλεταριάτου. Μόνο οι εργοστασιακές επιτροπές μπορούν να εγγυηθούν έναν πραγματικό έλεγχο πάνω στην παραγωγή, παίρνοντας κοντά τους (με την ιδιότητα του συμβούλου και όχι του «τεχνοκράτη»)  έντιμους και αφοσιωμένους στο λαό ειδικούς: λογιστές, στατιστικολόγους, πολιτικούς μηχανικούς, επιστήμονες, κ.λπ.
Ιδιαίτερα η πάλη ενάντια στην ανεργία δεν είναι νοητή χωρίς την απαίτηση για μια πλατιά και τολμηρή οργάνωση δημοσίων έργων. Όμως, τα δημόσια έργα μπορούν να έχουν μια μόνιμη και προοδευτική σημασία, τόσο για την κοινωνία όσο και για τους ίδιους τους ανέργους, μόνο στο βαθμό που αποτελούν μέρος ενός γενικού πλάνου, που έχει καταστρωθεί για να καλύψει ένα σημαντικό αριθμό χρόνων. Μέσα στα πλαίσια ενός τέτοιου πλάνου, οι εργάτες θα διεκδικήσουν το ξαναρχίνισμα της δουλειάς, για λογαριασμό της κοινωνίας, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις που έκλεισαν με την κρίση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο εργατικός έλεγχος θα παραχωρούσε τη θέση του στην άμεση εργατική διαχείριση.
Η επεξεργασία ακόμα και του πιο στοιχειώδους οικονομικού πλάνου (από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργατών κι όχι των εκμεταλλευτών) είναι αδύνατη χωρίς τον εργατικό έλεγχο, χωρίς δηλαδή να διεισδύσει το μάτι των εργατών σε όλα τα ελατήρια, φανερά και κρυφά, που κινούν την καπιταλιστική οικονομία. Οι επιτροπές των διαφόρων μεμονωμένων επιχειρήσεων πρέπει να εκλέξουν, στις αντίστοιχες συνδιασκέψεις τους, επιτροπές για τα τραστ, για ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους, οικονομικούς τομείς, και τελικά για την εθνική οικονομία σαν σύνολο. Έτσι, ο εργατικός έλεγχος γίνεται ένα σχολείο της σχεδιασμένης οικονομίας. Στη βάση της εμπειρίας του ελέγχου, το προλεταριάτο θα προετοιμαστεί για να διευθύνει άμεσα την εθνικοποιημένη οικονομία, όταν θα έρθει η ώρα.
Στους καπιταλιστές, κυρίως τους μικρούς και τους μεσαίους, που καμιά φορά προτείνουν οι ίδιοι να ανοίξουν τα λογιστικά τους βιβλία μπροστά στους εργάτες (συνήθως για να τους αποδείξουν την ανάγκη για χαμηλότερα μεροκάματα) οι εργάτες απαντούν πως εκείνο που τους ενδιαφέρει δεν είναι η λογιστική κατάσταση των χρεοκοπημένων ή μισοχρεοκοπημένων ατομικών καπιταλιστών, αλλά η λογιστική κατάσταση όλων των εκμεταλλευτών σαν σύνολο. Οι εργάτες δεν μπορούν ούτε θέλουν να προσαρμόσουν το επίπεδο των όρων της ζωής τους στις απαιτήσεις των μεμονωμένων καπιταλιστών που έχουν γίνει θύματα του ίδιου του καθεστώτος τους. Ο σκοπός είναι να αναδιοργανωθεί ολόκληρο το σύστημα της παραγωγής και της διανομής πάνω σε μια πιο αξιοπρεπή και αποδοτική βάση. Αν η κατάργηση του εμπορικού μυστικού είναι η αναγκαία προϋπόθεση για τον εργατικό έλεγχο, αυτός ο έλεγχος είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο για τη σοσιαλιστική διεύθυνση της οικονομίας.

Απαλλοτρίωση μεμονωμένων ομάδων καπιταλιστών
Το σοσιαλιστικό πρόγραμμα της απαλλοτρίωσης, δηλαδή της πολιτικής ανατροπής της κεφαλαιοκρατίας και της κατάργησης της οικονομικής κυριαρχίας της, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση, στη σημερινή μεταβατική περίοδο, να μας εμποδίζει να προτάξουμε, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, το αίτημα για την απαλλοτρίωση ορισμένων στρατηγικών κλάδων της βιομηχανίας, ζωτικών για την ύπαρξη ενός κράτους, αλλά και των πιο παρασιτικών ομάδων της μπουρζουαζίας.

Έτσι, σε απάντηση στις παθητικές ιερεμιάδες των κυρίων δημοκρατών για τη δικτατορία των «60 οικογενειών» στις ΗΠΑ ή των «200 οικογενειών» στη Γαλλία, αντιτάσσουμε το αίτημα της απαλλοτρίωσης αυτών των 60 ή 200 καπιταλιστών αφεντάδων.
Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ζητάμε την απαλλοτρίωση των μονοπωλιακών εταιρειών της πολεμικής βιομηχανίας, των σιδηροδρόμων, των πιο σημαντικών πηγών πρώτων υλών, κ.λπ.
Η διαφορά ανάμεσα στα αιτήματα αυτά και στο χοντροκέφαλο ρεφορμιστικό σύνθημα της «εθνικοποίησης» βρίσκεται στα εξής: 1) Εμείς απορρίπτουμε κάθε αποζημίωση. 2) Προειδοποιούμε τις μάζες για τους δημαγωγούς του Λαϊκού Μετώπου, που, ενώ μιλάνε με την άκρη των χειλιών τους για «εθνικοποίηση», στην πραγματικότητα παραμένουν πράκτορες του κεφαλαίου. 3) Καλούμε τις μάζες να μην υπολογίζουν παρά μόνο στη δική τους επαναστατική δύναμη. 4) Συνδέουμε το ζήτημα της απαλλοτρίωσης με το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας από τους εργάτες και τους αγρότες.
Η ανάγκη να προωθήσουμε το σύνθημα της απαλλοτρίωσης στην καθημερινή μας αγκιτάτσια συγκεκριμένα και όχι μόνο προπαγανδιστικά με τη γενική του μορφή απορρέει από το γεγονός ότι οι διάφοροι κλάδοι της βιομηχανίας βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, κατέχουν μια διαφορετική θέση στη ζωή της κοινωνίας και περνάνε από διάφορα στάδια της πάλης των τάξεων. Μονάχα η γενική επαναστατική κινητοποίηση του προλεταριάτου μπορεί να βάλει την ολοκληρωμένη απαλλοτρίωση της μπουρζουαζίας στην ημερήσια διάταξη. Ο σκοπός των μεταβατικών διεκδικήσεων είναι να προετοιμάσουν το προλεταριάτο να λύσει αυτό το πρόβλημα.

Απαλλοτρίωση των ιδιωτικών τραπεζών και κρατικοποίηση του πιστωτικού συστήματος
Ιμπεριαλισμός σημαίνει κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Δίπλα στις κοινοπραξίες και τα τραστ, και συχνά πάνω απ' αυτά, οι τράπεζες συγκεντρώνουν στα χέρια τους την πραγματική διοίκηση της οικονομίας. Μέσα στη διάρθρωση τους, οι τράπεζες αντανακλούν, σε μια συγκεντρωτική μορφή, ολόκληρη τη δομή του σύγχρονου καπιταλισμού: συνδυάζουν τις τάσεις του μονοπωλίου με τις τάσεις της αναρχίας. Οργανώνουν τα θαύματα της τεχνολογίας, των γιγαντιαίων επιχειρήσεων, των κολοσσιαίων τραστ, αλλά επίσης οργανώνουν την ακρίβεια, τις κρίσεις και την ανεργία. Είναι αδύνατον να κάνει κανείς ένα σοβαρό βήμα στην πάλη ενάντια στο δεσποτισμό των μονοπωλίων και την καπιταλιστική αναρχία (που αλληλοσυμπληρώνονται στο καταστροφικό τους έργο) αν αφήσει τα αρχηγεία των τραπεζών στα χέρια του αρπακτικού κεφαλαίου.

Για να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο σύστημα επενδύσεων και πιστώσεων, σύμφωνα με ένα ορθολογικό σχέδιο που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα όλου του λαού, είναι αναγκαίο να συγχωνεύσουμε όλες τις τράπεζες σε ένα και μόνο εθνικό ίδρυμα. Μόνο η απαλλοτρίωση των ιδιωτικών τραπεζών και η συγκέντρωση ολόκληρου του πιστωτικού συστήματος στα χέρια του κράτους θα προμηθεύσουν το τελευταίο με τα πραγματικά αναγκαία μέσα, δηλαδή, με τους υλικούς πόρους (και όχι μονάχα με χαρτιά και γραφειοκρατικά μέσα) για το σχεδιασμό της οικονομίας.
Η απαλλοτρίωση των τραπεζών δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση την απαλλοτρίωση των μικρών τραπεζικών καταθέσεων. Αντίθετα: Για τους μικροκαταθέτες, η ενιαία κρατική τράπεζα θα είναι ικανή να δημιουργήσει πολύ πιο ευνοϊκούς όρους απ' ότι οι ιδιωτικές τράπεζες. Κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο η κρατική τράπεζα μπορεί να δημιουργήσει για τους αγρότες, τους βιοτέχνες και τους μικρεμπόρους συνθήκες ευνοϊκές, δηλαδή, φτηνή πίστη. Όμως, ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι έτσι ολόκληρη η οικονομία (πρώτα απ' όλα η βαριά βιομηχανία και οι μεταφορές) θα διευθύνεται από ένα ενιαίο οικονομικό επιτελείο και θα υπηρετεί τα ζωτικά συμφέροντα των εργατών κι όλων των άλλων εργαζομένων.
Οπωσδήποτε, η κρατικοποίηση των τραπεζών δε θα δώσει αυτά τα ευνοϊκά αποτελέσματα παρά μόνο αν η ίδια η κρατική εξουσία περάσει εξολοκλήρου από τα χέρια των εκμεταλλευτών στα χέρια των εργαζομένων.

Απεργιακές φρουρές - Ομάδες αυτοάμυνας - Εργατική πολιτοφυλακή - Εξοπλισμός του προλεταριάτου
Οι απεργίες με κατάληψη των εργοστασίων είναι μια πολύ σοβαρή προειδοποίηση από μέρους των μαζών προς την κατεύθυνση όχι μονάχα της μπουρζουαζίας αλλά και των οργανώσεων των εργατών -κι εδώ περιλαμβάνεται και η 4η Διεθνής. Το 1919-20, οι Ιταλοί εργάτες κατέλαβαν με δική τους πρωτοβουλία τις επιχειρήσεις, προειδοποιώντας έτσι τους ίδιους τους «αρχηγούς» τους πως είχε έρθει η ώρα της κοινωνικής επανάστασης. Οι «αρχηγοί» δεν έλαβαν υπόψη τους την προειδοποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν η νίκη του φασισμού.

Οι απεργίες με κατάληψη των εργοστασίων δεν σημαίνουν ακόμα το πάρσιμο των εργοστασίων αλα ιταλικά. Αποτελούν, όμως, ένα αποφασιστικό βήμα σε αυτό το δρόμο. Η σημερινή κρίση μπορεί να οξύνει την ταξική πάλη στο πιο υψηλό της σημείο και να επισπεύσει τη λύση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μια επαναστατική κατάσταση έρχεται με ένα χτύπημα. Στην πραγματικότητα, το πλησίασμα της σημειώνεται με μια ολόκληρη σειρά από σπασμούς. Και το κύμα των απεργιών με κατάληψη των εργοστασίων είναι ακριβώς ένας από αυτούς τους σπασμούς. Το καθήκον για τα τμήματα της 4ης Διεθνούς είναι να βοηθήσουν την προλεταριακή πρωτοπορία να κατανοήσει το γενικό χαρακτήρα και τους ρυθμούς της εποχής μας και να γονιμοποιήσουν, την κατάλληλη στιγμή, την πάλη των μαζών με όλο και πιο αποφασιστικά συνθήματα και με μαχητικά οργανωτικά μέτρα.
Η όξυνση της πάλης του προλεταριάτου σημαίνει επίσης όξυνση στις μεθόδους αντεπίθεσης από μέρους του κεφαλαίου. Τα νέα απεργιακά κύματα με κατάληψη των εργοστασίων μπορεί να προκαλέσουν, και θα προκαλέσουν αναπόφευκτα, αποφασιστικά αντίμετρα από μέρους της μπουρζουαζίας. Η προπαρασκευαστική δουλειά γίνεται από τώρα από τα εμπιστευτικά επιτελεία των μεγάλων τραστ. Αλίμονο στις επαναστατικές οργανώσεις, αλίμονο στο προλεταριάτο, αν πιαστεί ξανά απροετοίμαστο!
Πουθενά η μπουρζουαζία δεν αρκείται στην επίσημη αστυνομία και τον επίσημο στρατό της. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμα και στις «ειρηνικές» περιόδους, η μπουρζουαζία διατηρεί στρατιωτικοποιημένα αποσπάσματα απεργοσπαστών και ένοπλες ιδιωτικές συμμορίες στα εργοστάσια. Σε αυτά πρέπει τώρα να προσθέσουμε τις διάφορες ομάδες των Αμερικανών ναζί. Η γαλλική μπουρζουαζία, με το πρώτο πλησίασμα του κινδύνου, κινητοποίησε τα μισονόμιμα και τα παράνομα φασιστικά αποσπάσματα, μαζί με αυτά που έχει μέσα στον επίσημο στρατό της. Μόλις η πίεση των Άγγλων εργατών δυνάμωσε ξανά, αμέσως οι φασιστικές συμμορίες διπλασιάστηκαν, τριπλασιάστηκαν, αυξήθηκαν δέκα φορές και προβαίνουν σε αιματηρές επιθέσεις ενάντια στους εργάτες. Η μπουρζουαζία έχει ακριβέστατη επίγνωση του γεγονότος ότι στη σημερινή εποχή η πάλη των τάξεων τείνει αναπόφευκτα να πάρει τη μορφή του εμφύλιου πολέμου. Τα παραδείγματα της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ισπανίας και άλλων χωρών έμαθαν πολύ περισσότερα στους μεγιστάνες και τους λακέδες του κεφαλαίου απ' ό,τι στους επίσημους ηγέτες του προλεταριάτου.
Οι πολιτικοί της 2ης και της 3ης Διεθνούς, το ίδιο όπως οι γραφειοκράτες των συνδικάτων, κλείνουν συνειδητά τα μάτια και δεν βλέπουν τον ιδιωτικό στρατό της μπουρζουαζίας. Αλλιώς, δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη συμμαχία τους μαζί της ούτε για 24 ώρες. Οι ρεφορμιστές εντυπώνουν συστηματικά στο μυαλό των εργατών την ιδέα ότι η ιερότητα της δημοκρατίας εξασφαλίζεται καλύτερα όταν η μπουρζουαζία είναι οπλισμένη μέχρι τα δόντια και οι εργάτες είναι άοπλοι.
Το καθήκον της 4ης Διεθνούς είναι να θέσει τέλος, μια για πάντα, σε μια τέτοια δουλική πολιτική. Οι μικροαστοί δημοκράτες (κι εδώ περιλαμβάνονται οι σοσιαλδημοκράτες, οι σταλινικοί και οι αναρχικοί) ουρλιάζουν τόσο πιο δυνατά για την πάλη ενάντια στο φασισμό όσο πιο άνανδρα συνθηκολογούν, στην πραγματικότητα, μαζί του. Μονάχα τα ένοπλα αποσπάσματα των εργατών, που αισθάνονται πίσω τους την υποστήριξη δεκάδων εκατομμυρίων εργαζομένων, μπορούν να αντιταχθούν με επιτυχία ενάντια στις φασιστικές συμμορίες. Η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν αρχίζει από τη σύνταξη μιας φιλελεύθερης εφημερίδας, αλλά από το εργοστάσιο - και τελειώνει στο δρόμο. Οι απεργοσπάστες και οι ιδιωτικοί χωροφύλακες που είναι φυτεμένοι μέσα στα εργοστάσια είναι οι βασικοί πυρήνες του φασιστικού στρατού. Οι απεργιακές φρουρές είναι οι βασικοί πυρήνες του προλεταριακού στρατού. Από αυτό πρέπει να ξεκινάμε.
Σε συνδυασμό με κάθε απεργία και κάθε διαδήλωση, πρέπει να προπαγανδίζουμε την ιδέα της αναγκαιότητας της δημιουργίας εργατικών ομάδων αυτοάμυνας. Είναι ανάγκη να εντάξουμε αυτό το σύνθημα στο πρόγραμμα της επαναστατικής πτέρυγας των συνδικάτων. Είναι επιτακτική ανάγκη να οργανώνουμε αποσπάσματα αυτοάμυνας, παντού όπου αυτό είναι δυνατό, ξεκινώντας με ομάδες νέων, και να τα εκπαιδεύουμε και να τα εξοικειώνουμε με τη χρήση των όπλων.
Το νέο κύμα του μαζικού κινήματος πρέπει να χρησιμεύσει όχι μόνο στο να αυξήσουμε τον αριθμό αυτών των μονάδων, αλλά και για να τις ενώσουμε, κατά συνοικίες, κατά πόλεις, κατά περιοχές. Είναι ανάγκη να δώσουμε οργανωμένη έκφραση στο δίκαιο μίσος των εργατών ενάντια στους απεργοσπάστες και τις συμμορίες των γκάνγκστερ και των φασιστών. Είναι ανάγκη να προωθήσουμε το σύνθημα της εργατικής πολιτοφυλακής, σαν τη μόνη σοβαρή εγγύηση για το απαραβίαστο των εργατικών οργανώσεων, των εργατικών συγκεντρώσεων και του εργατικού Τύπου.
Μονάχα με τη βοήθεια μιας τέτοιας συστηματικής, επίμονης, ακούραστης και τολμηρής δουλειάς αγκιτάτσιας και προπαγάνδας, πάντα πάνω στη βάση της εμπειρίας των ίδιων των μαζών, μπορεί κανείς να ξεριζώσει από τη συνείδηση τους τις παραδόσεις της υποτακτικότητας και της παθητικότητας. Να εκπαιδεύσουμε αποσπάσματα ηρωικών μαχητών, ικανών να δώσουν το παράδειγμα σε όλους τους εργαζόμενους! Να επιβάλουμε μια σειρά από τακτικές ήττες στους ένοπλους δολοφόνους της αντεπανάστασης! Να ανεβάσουμε την αυτοπεποίθηση των εκμεταλλευομένων και των καταπιεσμένων! Να εκθέσουμε το φασισμό στα μάτια των μικροαστών και να ανοίξουμε το δρόμο για την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο!
Ο Ενγκελς όρισε το κράτος σαν «σώματα ενόπλων». Ο εξοπλισμός του προλεταριάτου είναι ένα επιτακτικό συνακόλουθο στοιχείο στην πάλη του για απελευθέρωση. Όταν το προλεταριάτο θα το θελήσει, θα βρει τους τρόπους και τα μέσα για να εξοπλιστεί. Και σε αυτό τον τομέα, το καθήκον της ηγεσίας πέφτει φυσικά στα τμήματα της 4ης Διεθνούς.

Η συμμαχία των εργατών και των αγροτών
Οι ιδιομορφίες της εθνικής ανάπτυξης σε κάθε χώρα βρίσκουν την πιο παράξενη έκφραση τους στην κατάσταση των αγροτών και, σε κάποια έκταση, στην κατάσταση της μικροαστικής τάξης των πόλεων (βιοτέχνες και καταστηματάρχες). Αυτές οι τάξεις, όσο ισχυρές κι αν είναι αριθμητικά, στην ουσία αντιπροσωπεύουν απομεινάρια των προκαπιταλιοτικών μορφών παραγωγής. Τα τμήματα της 4ης Διεθνούς πρέπει να επεξεργαστούν ένα όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων για τους αγρότες (ιδιοκτήτες γης) και τη μικροαστική τάξη των πόλεων - προσαρμοσμένο στις συνθήκες της κάθε χώρας. Οι προχωρημένοι εργάτες πρέπει να μάθουν να δίνουν καθαρές και συγκεκριμένες απαντήσεις στα ζητήματα που τους βάζουν οι μελλοντικοί τους σύμμαχοι.
Όσο ο χωρικός παραμένει ένας «ανεξάρτητος» μικροπαραγωγός, έχει ανάγκη από φτηνή πίστη, από αγροτικά μηχανήματα και λιπάσματα σε προσιτές τιμές, από ευνοϊκούς όρους μεταφοράς και μια ευσυνείδητα οργανωμένη αγορά για τα αγροτικά του προϊόντα. Αλλά οι τράπεζες, τα τραστ, οι χονδρέμποροι ληστεύουν το χωρικό απ' όλες τις μεριές. Μόνο οι ίδιοι οι χωρικοί, με τη βοήθεια των εργατών, μπορούν να χαλιναγωγήσουν αυτή την καταλήστευση. Επιτροπές εκλεγμένες από φτωχούς μικροκτηματίες πρέπει να κάνουν την εμφάνιση τους στην εθνική σκηνή, και σε στενή σύνδεση με εργατικές επιτροπές και επιτροπές τραπεζικών υπαλλήλων, να πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της μεταφοράς, της πίστης και του εμπορίου σε ότι αφορά τη γεωργία.
Επικαλούμενη ψεύτικα τις «υπερβολικές» απαιτήσεις των εργατών, η μεγάλη μπουρζουαζία μεταμορφώνει επιδέξια το ζήτημα των τιμών των εμπορευμάτων σε μια σφήνα ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες, όπως κι ανάμεσα στους εργάτες και τη μικροαστική τάξη των πόλεων. Ο αγρότης, ο βιοτέχνης, ο μικρέμπορος δεν μπορούν, όπως κάνει ο βιομηχανικός εργάτης, ο δημόσιος κι ο ιδιωτικός υπάλληλος, να ζητήσουν αύξηση του εισοδήματος τους που να ανταποκρίνεται στην αύξηση των τιμών. Η επίσημη πάλη της κυβέρνησης ενάντια στην ακρίβεια δεν είναι παρά μια εξαπάτηση των μαζών. Όμως, οι χωρικοί, οι βιοτέχνες, οι μικρέμποροι, πρέπει, με την ιδιότητα τους ως καταναλωτές, να επέμβουν δραστήρια, πιασμένοι χέρι χέρι με τους εργάτες, σε ότι αφορά την πολιτική των τιμών. Στα κλαψουρίσματα των καπιταλιστών για το κόστος της παραγωγής, της μεταφοράς και της προώθησης των εμπορευμάτων, οι καταναλωτές απαντούν: «Δείξτε μας τα βιβλία σας. Απαιτούμε έλεγχο πάνω στον καθορισμό των τιμών». Τα όργανα αυτού του ελέγχου πρέπει να είναι οι επιτροπές για τις τιμές, που θα αποτελούνται από εκπροσώπους απ' τα εργοστάσια, εκπροσώπους των συνδικάτων, των συνεταιρισμών, των οργανώσεων των αγροτών, του «απλού λαού» της πόλης, των νοικοκυρών κ.λπ. Με αυτό τον τρόπο, οι εργάτες θα μπορέσουν να δείξουν στους χωρικούς ότι η πραγματική αιτία για τις υψηλές τιμές δεν βρίσκεται στα υψηλά μεροκάματα, αλλά στα υπερβολικά κέρδη των καπιταλιστών και στα απρόβλεπτα έξοδα της καπιταλιστικής αναρχίας.
Το πρόγραμμα της εθνικοποίησης της γης και της κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας πρέπει να καταστρωθεί έτσι που, από την ίδια τη βάση του, να αποκλείει τη δυνατότητα της απαλλοτρίωσης των μικρών χωρικών και την υποχρεωτική κολλεκτιβοποίη-σή τους. Ο χωρικός θα μείνει ο ιδιοκτήτης του κλήρου του όσο ο ίδιος θα το θεωρεί δυνατό και αναγκαίο. Για να αποκαταστήσουμε το πρόγραμμα του σοσιαλισμού στα μάτια του χωρικού, είναι ανάγκη να καταγγείλουμε χωρίς οίκτο τις σταλινικές μεθόδους κολλεκτιβοποίησης, που υπαγορεύτηκαν όχι από τα συμφέροντα των χωρικών ή των εργατών, αλλά από τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας.
Η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών δεν σημαίνει τη βίαιη δήμευση της ιδιοκτησίας των βιοτεχνών και των μικρεμπόρων. Αντίθετα, ο εργατικός έλεγχος στις τράπεζες και στα τραστ -και ακόμα περισσότερο η εθνικοποίηση τους- μπορεί να δημιουργήσει για τη μικροαστική τάξη των πόλεων ασύγκριτα πιο ευνοϊκούς όρους πίστωσης, αγοράς και πώλησης, απ' ότι είναι δυνατό κάτω από την ανεμπόδιστη κυριαρχία των μονοπωλίων. Η εξάρτηση από το ιδιωτικό κεφάλαιο θα παραχωρήσει τη θέση της στην εξάρτηση από το κράτος, που θα δείχνει τόσο μεγαλύτερη προσοχή απέναντι στις ανάγκες των μικρών συνεργατών και υπαλλήλων του όσο σταθερότερα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θα κρατούν το τιμόνι του κράτους στα δικά τους τα χέρια.
Η πρακτική συμμετοχή των εκμεταλλευόμενων χωρικών στον έλεγχο των διαφόρων τομέων της οικονομίας θα τους επιτρέψει να αποφασίσουν οι ίδιοι αν τους συμφέρει ή όχι να περάσουν στην κολλεκτιβίστικη καλλιέργεια της γης - πότε και σε ποια κλίμακα. Οι βιομηχανικοί εργάτες πρέπει να θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να προσφέρει, σε αυτή τη διαδικασία, κάθε συνεργασία στους αγρότες: διαμέσου των συνδικάτων, των εργοστασιακών επιτροπών, και ιδιαίτερα διαμέσου μιας κυβέρνησης εργατών και αγροτών.
Η συμμαχία που προτείνεται από το προλεταριάτο, όχι στις «μεσαίες τάξεις» γενικά, αλλά στα εκμεταλλευόμενα στρώματα της μικροαστικής τάξης της πόλης και του χωριού, ενάντια σε όλους τους εκμεταλλευτές (κι εδώ περιλαμβάνονται κι εκείνοι από τις «μεσαίες τάξεις») μπορεί να βασιστεί όχι στον καταναγκασμό, αλλά μόνο πάνω στην ελεύθερη συγκατάθεση, που πρέπει να εδραιωθεί με ένα ειδικό «σύμφωνο». Και αυτό το σύμφωνο είναι το πρόγραμμα των μεταβατικών διεκδικήσεων, που υιοθετείται ελεύθερα κι από τα δύο μέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου