Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Καινούργια υπηρεσιακή κυβέρνηση και μεταβατική πορεία της ελληνικής πολιτικής ιστορίας

Το Δεκέμβριο του 1966 κλείνει ο κύκλος των «Ιουλιανών», με την ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου από την ΕΡΕ. Η χώρα μπαίνει σε πορεία προς τις εκλογές, που όμως δεν θα γίνουν ποτέ...

Ο Σ.Στεφανόπουλος, λίγες μέρες πριν
προσχωρίσει στην "αποστασία"
και γίνει πρωθυπουργός.
Τότε οι οπαδοί της Ένωσης Κέντρου τον
σήκωναν στα χέρια.Που να ήξεραν...
Η κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου (που ανέλαβε την εξουσία το Σεπτέμβριο του 1965) παραμένει στην εξουσία περισσότερο από ένα χρόνο, με την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ΕΡΕ (της «χαμένης» των τελευταίων εκλογών του 1964).

Κατά την περίοδο αυτή κατασιγάζονται σημαντικά τα έντονα πολιτικά πάθη και γίνεται κοινή συνείδηση στις ηγεσίες των δυο μεγαλύτερων κομμάτων (της Ένωσης Κέντρου και της ΕΡΕ) η ανάγκη της προσφυγής στις κάλπες. Στα μέσα Δεκεμβρίου επιτυγχάνεται σχετική συμφωνία μεταξύ Γ. Παπανδρέου - Π. Κανελλόπουλου (με τη σύμφωνη γνώμη και του Κωνσταντίνου) και στις 20 του ίδιου μήνα η ΕΡΕ ανακοινώνει ότι αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση. Την επομένη ο Στεφανόπουλος παραιτείται, κλείνοντας με την ενέργεια του αυτή τη θλιβερή περίοδο των «Ιουλιανών».

Ακολουθεί ο σχηματισμός μεταβατικής - υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο (τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό που είχε ενεργήσει τις εκλογές και του 1964), επιφορτισμένη να προετοιμάσει το δρόμο προς τη νέα και αποφασιστική εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου 1967. Σημειώνεται ότι ο βασιλιάς δεν περιορίζεται στο να εγκρίνει τον κατάλογο των υποψήφιων υπηρεσιακών υπουργών (που όφειλε να του προτείνει ο νέος πρωθυπουργός) αλλά (κατά παράβαση κάθε συνταγματικής αρχής) τους επιλέγει ο ίδιος!
Η λύση Παρασκευόπουλου γίνεται και επίσημα αποδεκτή από τις ηγεσίες της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου, όχι όμως χωρίς προβλήματα. Πολλοί βουλευτές της ΕΡΕ εμφανίζονται να διαφωνούν με την επιλογή του Π. Κανελλόπουλου, ενόψει βέβαια και της διαφαινόμενης ήττας του κόμματος τους στις προσεχείς εκλογές. Σοβαρότερες είναι οι αντιδράσεις στους κόλπους της Ένωσης Κέντρου, όπου ο ηγέτης της κεντροαριστερής πτέρυγας Ανδρέας Παπανδρέου (γιος του ηγέτη του κόμματος) εκφράζει ανοιχτά τη δυσφορία του για το συμβιβασμό με την ΕΡΕ και το παλάτι και ζητά να καταγγελθεί η νέα κυβέρνηση και να αποδοκιμαστεί στη Βουλή. Η «ακραία» εκείνη πολιτική στάση του βρίσκει σύμφωνους δεκάδες βουλευτές της Ένωσης Κέντρου (περίπου 30-40), καθώς και μεγάλο μέρος των οπαδών του κόμματος.
Ο Γ. Παπανδρέου θα αντιδράσει δυναμικά στην «αριστερή εξέγερση» του γιου του και θα κάνει σαφές ότι όσοι καταψηφίσουν την κυβέρνηση του I. Παρασκευόπουλου, «θα θέσουν εαυτούς εκτός κόμματος». Με τη στάση του εκείνη υποχρεώνει τον Ανδρέα και τους πιστούς του βουλευτές να υποχωρήσουν και στις 13 Ιανουαρίου 1967 η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης, με 215 «ναι», επί 276 παρόντων (δεν ψήφισαν υπέρ της οι βουλευτές της ΕΔΑ και οι «αποστάτες»).

Ο πρωθυπουργός
Παναγιώτης Κανελλόπουλος
Η μεταβατική-υπηρεσιακή κυβέρνηση του I. Παρασκευόπουλου (καρπός της συναίνεσης των δυο μεγάλων κομμάτων και του Θρόνου) καταρρέει στις 30 Μαρτίου 1967 και ο βασιλιάς, αντί να διορίσει νέα με υπηρεσιακά εκλογικά καθήκοντα, αναθέτει την πρωθυπουργία στον αρχηγό της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλο. Με την πράξη του εκείνη επιβεβαιώνει ότι «δεν κατάλαβε τίποτα» από τη θύελλα των «Ιουλιανών» και ότι επιμένει να πολιτεύεται ως ηγέτης πολιτικής παράταξης και όχι ως τυπικός άρχων.
Ο νέος πρωθυπουργός δηλώνει ότι οι εκλογές της 28ης Μαΐου θα γίνουν κανονικά, σε κλίμα ηρεμίας και τάξης. Έτσι, στις 14 Απριλίου διαλύει τη Βουλή και η χώρα μπαίνει στην τελική ευθεία για την κρίσιμη αναμέτρηση.
Όλα θα σταματήσουν απότομα και δραματικά τη νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου. Τη νύχτα εκείνη, μια ομάδα στελεχών του στρατού ξηράς, με ηγέτες το συνταγματάρχη Πυροβολικού Γ. Παπαδόπουλο, τον ταξίαρχο Τεθωρακισμένων Σ. Παττακό και το συνταγματάρχη Οικονομικού Ν. Μακαρέζο, διενεργεί πραξικόπημα. Μέσα σε λίγες ώρες όλα τελειώνουν, σχεδόν χωρίς αντίσταση.

Τα τανκς καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα, οι τηλεπικοινωνίες διακόπτονται και ειδικές ομάδες κομάντος συλλαμβάνουν «στον ύπνο» τον πρωθυπουργό (ο οποίος προσπάθησε να προβάλει αντίσταση), τον Γ. Παπανδρέου και όλο σχεδόν τον πολιτικό κόσμο. Ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Ράλλης προσπαθεί να κινητοποιήσει το στρατό εναντίον των κινηματιών, μα αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται κι αυτός. Παράλληλα, αρχίζει ένα πογκρόμ συλλήψεων χιλιάδων στελεχών και οπαδών της Αριστεράς, που θα οδηγηθούν τις επόμενες μέρες σε χώρους εξορίας.
Κατά τη διάρκεια της διενέργειας του πραξικοπήματος, οι τρεις βασικοί οργανωτές επισκέπτονται το βασιλιά στα ανάκτορα και του ζητούν να συμπράξει. Αυτός διστάζει. Έχει δύο λύσεις: Έχει δυο λύσεις: η πρώτη είναι να πει -ως εγγυητής του πολιτεύματος- ένα «όχι» στους πραξικοπηματίες (με ότι αυτό συνεπάγεται) και η δεύτερη είναι να συμβιβαστεί, για να διασώσει το θρόνο του και να κερδίσει χρόνο. Επιλέγει τη δεύτερη λύση, που θ' αποδειχτεί μοιραία για τη δημοκρατία αλλά και για τον ίδιο το θεσμό της μοναρχίας. Έτσι, εμφανίζεται «προς τα έξω» να υιοθετεί τη συνταγματική εκτροπή και με τον τρόπο αυτό να τη «νομιμοποιεί». Μόνο αντάλλαγμα είναι ο διορισμός του φιλοβασιλικού δικαστικού Κωνσταντίνου Κόλλια στο αξίωμα του «πρωθυπουργού».
Τη νύχτα της 21ης Απριλίου η δικτατορία έχει επικρατήσει πλήρως σ' όλη την Ελλάδα, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις. Έγιναν βέβαια κάποιες λαϊκές κινητοποιήσεις στα Ιωάννινα και στο Ηράκλειο της Κρήτης, ενώ χύθηκε και το πρώτο αίμα στην Αθήνα (στα θύματα της ημέρας περιλαμβάνεται η νεαρή Μαρία Καλαυρού, καθώς και ο κομουνιστής κρατούμενος Παναγιώτης Ελής).

Η Βουλή, το πρωί της 21ης Απριλίου 1967
Οι σχέσεις μεταξύ Κωνσταντίνου και πραξικοπηματιών δεν υπήρξαν ποτέ καλές. Η συναίνεση του θρόνου στο κίνημα της 21ης Απριλίου (καρπός καιροσκοπικού συμβιβασμού) δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο βασιλιάς έβλεπε με προφανή δυσαρέσκεια τη «μικρή χούντα» των συνταγματαρχών, η οποία είχε κατορθώσει να παρακάμψει τη «μεγάλη χούντα» των βασιλοφρόνων στρατηγών και να καταλάβει την εξουσία. Εξάλλου, οι σημαντικές εξωτερικές περιπλοκές (ξαφνική επιδείνωση των σχέσεων με την Τουρκία) δημιουργούσε ευνοϊκό κλίμα για πολιτικές ανατροπές, ενώ δινόταν η εντύπωση ότι δεν θα αντιδρούσε σ' αυτές και ο συμμαχικός παράγοντας (και κυρίως οι Αμερικανοί).
Τα σχέδια του βασιλικού αντιπραξικοπήματος (που είχαν σε κάποιο βαθμό διαρρεύσει και προς την «άλλη πλευρά») είχαν ως κύρια σημεία την εξέγερση του Γ' Σώματος Στρατού στη Βόρεια Ελλάδα (υπό τον στρατηγό Περίδη) και της Πρώτης Στρατειάς στη Λάρισα (υπό τον στρατηγό Κόλλια). Μέτοχος του όλου εγχειρήματος ήταν και ο «πρωθυπουργός» Κόλλιας, ο οποίος εμφανιζόταν τώρα ως οπαδός της αποκατάστασης της δημοκρατικής ομαλότητας.
Το βασιλικό κίνημα εκδηλώθηκε στις 13 Δεκεμβρίου, με τη μυστική αναχώρηση του βασιλιά από το αεροδρόμιο του Τατοΐου και την άφιξη του στην Καβάλα, στην περιοχή της οποίας βρισκόταν η κύρια δύναμη του Γ' Σώματος Στρατού. Κατά τις επόμενες κρίσιμες ώρες έγιναν προσπάθειες για την προσέλκυση στρατιωτικών μονάδων στη βασιλική παράταξη, οι οποίες αρχικά έδωσαν την εντύπωση ότι καρποφορούν αλλά στη συνέχεια αποδείχτηκαν αποτυχημένες.

Ο Κ.Κόλλιας χaιρετά
υποκλινόμενος το
βασιλιά. Θα τον
υποστηρίξει στο
αντιπραξικόπημα της
13ης Δεκεμβρίου 1967
Οι συνταγματάρχες, άριστοι γνώστες του συνωμοτικού «παιχνιδιού», αξιοποίησαν το γεγονός ότι κρατούσαν την πρωτεύουσα (και μέσω αυτής τους μηχανισμούς επικοινωνιών) και σύντομα κατόρθωσαν να δώσουν στο μεγάλο όγκο των αξιωματικών την αίσθηση ότι αυτοί είναι οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Έτσι, με δύναμη κρούσης τα μεσαία και κατώτερα στελέχη του στρατεύματος, κατόρθωσαν να καταστείλουν το βασιλικό κίνημα και να επιβεβαιώσουν πανηγυρικά την εξουσία τους. Ο ίδιος ο βασιλιάς, αποδεχόμενος την ήττα του, εγκατέλειψε την Ελλάδα τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Δεκέμβριου και κατέφυγε με την οικογένεια του και τους πιστούς του επιτελείς στη Ρώμη.

Την ίδια ώρα, την πρωθυπουργία αναλάμβανε ο Γ. Παπαδόπουλος, ο ηγέτης του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου.
Η αποτυχία του κινήματος της 13ης Δεκεμβρίου αποδόθηκε στον πολύ κακό στρατηγικό του σχεδιασμό και στην εξαιρετικά πρόχειρη εκτέλεση του. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίχτηκε η βάσιμη άποψη ότι δεν ήταν νοητή η επιτυχία ενός πραξικοπήματος, το οποίο όχι μόνον άφηνε «εκτός» την πρωτεύουσα του κράτους, αλλά «περιφρονούσε» και αυτήν ακόμα τη Θεσσαλονίκη. Εξάλλου, γεγονός είναι ότι οι ενέργειες των κινηματιών ήταν ανοργάνωτες και σπασμωδικές, έτσι ώστε οι συνταγματάρχες των Αθηνών να διατηρήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Πηγές:
100 χρόνια Ελλαδα εκδόσεις Η.Μανιατέα
Εφημερίδα "Μακεδονια" 1968
Ίδρυμα Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης www.ikm.gr
 Θέματα Ελληνικής Ιστορίας www.istorikathemata.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου