Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Επανάσταση χωρίς όχθες… μέρος Β

..Συνέχεια από το πρώτο μέρος
Ας επιστρέψουμε στην μαρξιστική ιδεολογία και τους «νέο-αριστερούς» συνεχιστές της, από την εποχή ακόμα της δεκαετίας του 1960, και να δούμε, αν οι αιτίες της εξέγερσης των νέων, (που στο τέλος της δεκαετίας, τον Μάη του 68΄, αγκάλιασε τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Γαλλία, την Δυτική Γερμανία και άλλες χώρες του καπιταλισμού), έχουν τις ρίζες τους στις ίδιες τις βάσεις της αστικής κοινωνίας..στις ιδιομορφίες της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής της ανάπτυξης.


Ο πόλεμος στο Βιετναμ, τα φυλετικά προβλήματα, ο πληθωρισμός, η ανεργία και άλλοι παράγοντες βρήκαν την αντανάκλαση τους στο φοιτητικό κίνημα. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι το φοιτητικό κίνημα ξετυλίχτηκε με φόντο την χαλάρωση του «ψυχρού Πολέμου», που έπληξε τα πιο αντιδραστικά δόγματα του αντικομμουνισμού. Το δυνάμωμα της επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης, όλων των εργαζομένων, οι επιτυχίες των χωρών του σοσιαλισμού, οι νίκες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, όλα αυτά είχαν επίδραση στις διαθέσεις, τα συμπεράσματα που έβγαζε η νεολαία, στα αιτήματα που πρόβαλε για ριζική επανεξέταση της κατεστημένης κοινωνικοπολιτικής διάρθρωσης.



 Μαζί με την αύξηση των νέων αναγκών της κοινωνίας, αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς και ο αριθμός των ανθρώπων της πνευματικής εργασίας. Μόνο στην περίοδο 1954 ως το 1962 στη Γαλλία ο αριθμός των μηχανικών και των ανώτερων τεχνικών στελεχών αυξήθηκε κατά 44%, των εκπαιδευτικών και του ιατρικού προσωπικού κατά 32%, των ανθρώπων της επιστήμης και της λογοτεχνίας κατά 56%. Αντίστοιχα αυξήθηκε κι ο αριθμός των φοιτητών, που από 150 χιλιάδες το 1954, έφτασε το μισό εκατομμύριο το 1968. Παρόμοιες αλλαγές παρατηρήθηκαν και σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης.

Να όμως το παράδοξο! Η αύξηση του γοήτρου των γνώσεων και του αριθμού των φορέων τους δεν συνοδεύτηκε με αύξηση του γοήτρου της ίδιας της πνευματικής εργασίας. Αντίθετα, οι μηχανικοί, οι εκπαιδευτικοί, οι γιατροί, οι νομικοί, στη μεγάλη τους μάζα έχασαν αυτά τα χρόνια το φωτοστέφανο της επαγγελματικής τους εξαιρετικότητας και πύκνωσαν τις γραμμές της στρατιάς της μισθωτής εργασίας. Στα 1968 περίπου τα 98% των γάλλων μηχανικών και του ανώτερου τεχνικού προσωπικού που εργαζόταν στην βιομηχανία και στις μεταφορές, εργάζονταν σαν μισθωτοί. 

Σε ομιλία του στη Γενεύη  ο Χέρμπερτ Μαρκούζε αναλύοντας τον χαρακτήρα των σύγχρονων νεανικών ρευμάτων, είχε δηλώσει: «Θέλουν μελέτη απ' την αρχή. Από τις θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας. Πιστεύω ότι ο μαρξισμός μπορεί ακόμα να χρησιμεύσει σαν θεωρητική βάση. Με τα βιβλία μου προσπαθώ να βοηθήσω όσο μπορώ στη δημιουργική επανεξέταση αυτής της θεωρίας».

Αφού ο Μαρκούζε ήταν μαρξιστής, ποιος ο λόγος να τον προβάλει τόσο πολύ η καπιταλιστική ρεκλάμα; Ο καπιταλισμός ποτέ δεν τα είχε καλά με το μαρξισμό. Χωρίς αμφιβολία, το έκανε για αντίβαρο στο μαρξισμό. Απ' τη μια μεριά, η μαρξιστική φρασεολογία του Μαρκούζε θα μπορούσε να προσελκύσει τη νεολαία που το είχε ρίξει στις αναζητήσεις, κι απ' την άλλη μεριά, η «δική» του «αναθεώρηση» του μαρξισμού βόλευε τους απολογητές του καπιταλισμού.

Και να που άρχισε η εκστρατεία για την εκλαΐκευση του Μαρκουζε. Επανεκδίδονται και μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες τα βιβλία του. Έτσι ο Χ.Μαρκούζε καταχωρήθηκε στον ιδεολογικό εμπορικό κατάλογο της «καταναλωτικής κοινωνίας».

Τα βιογραφικά στοιχεία του Μαρκουζε βρέθηκαν κι αυτά πολύ βολικά. Μια γεύση πολιτικής είχε πρωτοδοκιμάσει στην περίοδο της επανάστασης του 1918 στη Γερμανία. Είχε μάλιστα γίνει και μέλος του Σοβιέτ των στρατιωτών αντιπροσώπων. Έστω για τρεις βδομάδες όλο κι όλο. Παραιτήθηκε από το Σοβιέτ διαμαρτυρόμενος επειδή μέλη του έγιναν και μερικοί αξιωματικοί. Ύστερα καταπιάστηκε με την αναθεώρηση του μαρξισμού. Και μάλιστα από την πρώτη αρχή το έκανε αυτό με τη βοήθεια των ιδεών του υπαρξισμού και του φροϋδισμού. Στην περίοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μαρκουζε έφυγε στην Αμερική. Κι έτσι, πρόσθεσε στο παρελθόν του και το φωτοστέφανο του αγωνιστή κατά του εθνικοσοσιαλισμού.

Από πρώτη άποψη, στα έργα του ο Μαρκούζε φαίνεται αρχιεπαναστάτης. Δεν παραλείπει ευκαιρία να επιτεθεί στις πληγές του καπιταλιστικού συστήματος, που, όπως γράφει, μετατρέπει τον άνθρωπο σε μονοδιάστατο καταναλωτικό ον. Και μάλιστα, σε διάκριση από τους φιλελεύθερους, ο Μαρκούζε απορρίπτει ασυζητητί ολόκληρο το σύστημα, το κατεστημένο, στο σύνολο του.

Αν και ο ίδιος ήταν μέλος του δημοκρατικού κόμματος, που είναι ένα από τα βάθρα του αμερικάνικου κατεστημένου, και ψήφιζε τακτικά τους υποψήφιους των δημοκρατικών.

Τη θεωρία του την ονομάζει η «μεγάλη άρνηση» από το παρελθόν και το παρόν, που οδηγεί στην παγκόσμια επανάσταση του μέλλοντος. «Οι νέες δυνατότητες της κοινωνίας δεν μπορούν πια να εξετάζονται σε σύνδεση με το παρελθόν, σαν η συνέχιση του στην κοίτη της ίδιας ιστορικής διαδρομής. Αυτές οι νέες δυνατότητες, αντίθετα, προϋποθέτουν διακοπή της ιστορικής συνέχειας, ποιοτική αλλαγή».

«..στο σημερινό στάδιο της ιστορίας, το βάρος πρέπει να πέφτει «περισσότερο στην άρνηση, παρά στην επικύρωση, στην ποιοτική διαφορά, παρά στην πρόοδο».

Ο Μαρξ, όπως είναι γνωστό, θεωρούσε κι εκείνος τη νέα, την κομμουνιστική κοινωνία, ποιοτικά διαφορετική από την καπιταλιστική. Όμως, σαν επιστήμονας που ήταν, δεν έκοβε «την ιστορική συνέχεια», αλλά έβγαζε το σοσιαλισμό μέσα από την εξέλιξη του καπιταλισμού, που γεννάει και τους αντικειμενικούς και τους υποκειμενικούς παράγοντες οι όποιοι συντελούν στην εξαφάνιση του καπιταλισμού.

Ο Μαρκούζε δηλώνει ξεκάθαρα ότι «η μαρξιστική θεωρία του σοσιαλισμού ανήκει στην περασμένη πια φάση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων». Και ακριβώς σε κείνη τη φάση, που η ζωή ήταν ακόμα «διμερής», κι όχι «μονομερής», «μονοδιάστατη», όπως είναι τώρα..». «..Η πραγματικότητα ξεπέρασε και διέλυσε μέσα της τα παλιά υψηλά ιδανικά. Εκείνο που κάποτε το ονειροπολούσαν οι άνθρωποι και που φαινότανε απραγματοποίητο, τώρα έχει ενσαρκωθεί στη ζωή με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Οι μηχανές, η τεχνολογία, σκότωσαν το όνειρο, σκότωσαν την πνευματική ζωή του άνθρωπου και του άφησαν μόνο μια διάσταση: τη φροντίδα για τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου. Τον Μπετόβεν τον έχει αντικαταστήσει η μουσική ποπ, τον Ρούμπενς η αφηρημένη ζωγραφική, κι οι μάχες των οδοφραγμάτων εκφυλίστηκαν σε τουίστ..»

Η «εμπορευματοποίηση» της πνευματικής ζωής, το κατέβασμα της αληθινής κουλτούρας στο επίπεδο της «μαζικής κουλτούρας», είναι μια από τις κυριότερες τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι εμπορικές ταινίες του σινεμά, η εμπορική μουσική, οι διαφημιστικές τηλεοπτικές εκπομπές κλπ. μπαίνουν στη σφαίρα της κουλτούρας. Αυτή είναι η τάση. Και οι προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας αγωνίζονται ενάντια της, προασπίζοντας την υψηλή ανθρώπινη κουλτούρα, τα πνευματικά ιδανικά.

Ο Μαρκούζε προάγει αυτή την τάση σε νόμο, διαλύοντας τελείως την πνευματική αρχή μέσα στην υλική. «Στις συνθήκες της μονοδιάστατης, της άψυχης πραγματικότητας, λέει, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν υποσκάπτει πια τα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά αντίθετα το δυναμώνει, συντελώντας στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Έτσι η εργατική τάξη «ενσωματώνεται» μέσα στο σύστημα και χάνει τα κατάλοιπα της παλιάς της επαναστατικότητας». Ο Μαρκούζε, γράφοντας αυτά, ταυτίζει άπλα τα κομφορμιστικά ρεύματα που πραγματικά υπάρχουν μέσα στην εργατική τάξη με την πλήρη «ενσωμάτωση» της εργατικής τάξης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Κι αφού σαν πηγή της «ενσωμάτωσης» προβάλλεται η υλική παραγωγή, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι δρόμοι της επανάστασης πρέπει να αναζητηθούν έξω απ' αυτή την υλική παραγωγή.

Που όμως; Σπάζοντας την ιστορική συνέχεια και μεταφέροντας τη μελλοντική κοινωνία σε μια ποιοτικά άλλη διάσταση, ο Μαρκουζε αρνείται, έτσι, την ίδια τη δυνατότητα της επιστημονικής αναζήτησης των δρόμων προς αυτή την κοινωνία.

Αντί για επιστημονική αναζήτηση, ο Μαρκουζε στρέφεται προς τη λεγόμενη «βιολογική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης», που ενεργοποιείται με τη σημερινή υψηλή στάθμη των παραγωγικών δυνάμεων. Η διαδικασία αυτή συντελεί στη γέννηση μιας «νέας ηθικής», στη διαμόρφωση μέσα στον άνθρωπο νέων αναγκών, όπως «η .ειρήνη», «η ηρεμία», «η ομορφιά» κλπ., και στην εξαφάνιση παλιών αναγκών, όπως «το μίσος», «ο πόλεμος», «η ταξική πάλη» κλπ.

Έτσι, κατεβάζοντας το άτομο στη μονοδιάστατη κατάσταση, ο Μαρκούζε με τη βοήθεια της θολής και απροσδιόριστης «βιολογικής διάστασης», του δίνει τη δυνατότητα να ξαναγίνει διμερής, δισδιάστατος, όμως τώρα πια πάνω στη βάση «νέων ιδανικών και ηθικής».

Και για να μην τον θεωρήσει ο κόσμος σαν έναν ακόμα κοινό μοραλιστή, σαν τους πολλούς ηθικολόγους που έχει γνωρίσει ως τώρα, ο Μαρκούζε σπεύδει να εξηγήσει: «Δεν είναι ο θεός, ούτε τα χριστιανικά κηρύγματα που θα αλλάξουν τις ανάγκες του άνθρωπου, αλλά η ίδια η δική του «δημιουργική φαντασία» συντελώντας στο να κατανοήσει το γεγονός ότι «νόμοι προόδου» δεν υπάρχουν πια κι ότι ο άνθρωπος «οφείλει να δώσει μόνος του νόμους στον εαυτό του», νόμους που θα τον βοηθήσουν να βγει από το βάλτο της «καταπιεστικής κοινωνίας».

Ποιος λοιπόν είναι ο φορέας της δημιουργικής φαντασίας κατά τον Μαρκούζε; Η εργατική τάξη, όπως μας είπε παραπάνω, αποκλείεται, αφού βρίσκεται στη μονοδιάστατη κατάσταση και δεν είναι ικανή να σκέφτεται τίποτα άλλο, παρά μόνο πως θα αποκτήσει τη νέα μάρκα της ηλεκτρικής σκούπας. Βέβαια, ο Μαρκούζε κάνει εδώ και μια διευκρίνιση : «Φυσικά, και μέσα στην αμερικάνικη εργατική τάξη υπάρχουν διαμαρτυρίες ενάντια στις συνθήκες εργασίας, ενάντια στην αποβλακωτική παρασιτική εργασία, ενάντια στην εργοστασιακή ιεραρχία, ενάντια στη μείωση της ειδίκευσης. Αλλά αυτές οι διαμαρτυρίες είναι απομονωμένες από το πολιτικό κίνημα τόσο μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Μόνο μια τέτοια αλληλεγγύη θα  μπορούσε να αποτελέσει απειλή για το σύστημα στο σύνολο του. Αφού όμως υπάρχει η απομόνωση, η συχνά αποδοτικά οργανωμένη, οι διαμαρτυρίες της εργατικής τάξης απομένουν «οικονομικές», μ' άλλα λόγια βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της διοίκησης του συστήματος».

Και μπαίνει το ερώτημα: γιατί να μη συντελέσουμε να εξαφανιστεί αυτή η απομόνωση, αντί να ψάχνουμε να βρούμε τη λύση σε κάποια «νέα ιστορική διάσταση»; Ο Μαρκούζε ούτε που βάζει τέτοιο ερώτημα. Αλλά και τα ίδια τα λόγια του, που παραθέσαμε νωρίτερα, τα δίνει με ψιλά γράμματα στο κείμενο, έτσι στα ξώφαλτσα. Το «μονοδιάστατο» της εργατικής τάξης χρησιμεύει στη «θεωρία» του σαν κάποιο αξίωμα που δεν έχει ανάγκη από αποδείξεις. 

Αφού δεν είναι η εργατική τάξη πρόθυμη, τότε θα έπρεπε να ναι η διανόηση εκείνη που «σύμφωνα με τον κανονισμό» οφείλει να σκέφτεται δημιουργικά. Δυστυχώς, διαμαρτύρεται ο Μαρκούζε, ούτε αυτή το κάνει γιατί «καλοπληρώνεται» κι είναι ευχαριστημένη από το σύστημα».

Μα τότε πια τι απομένει; Δεν είναι δυνατό η «δημιουργική φαντασία» να υπάρχει από μόνη της, κι οι «νέες ανάγκες» να παρουσιάζονται από το πουθενά, σαν ο από μηχανής θεός. Ακόμα και το παγκόσμιο πνεύμα του Χέγκελ είχε κι εκείνο το φορέα του. Υπάρχει τέτοιος φορέας και στον Μαρκουζε. Είναι το λούμπεν προλεταριάτο, οι χίππις, τα μέλη των νεανικών κοινοβίων και γενικά η διαμαρτυρόμενη νεολαία.

Ο Μαρκουζε ονομάζει αυτά τα κινήματα ενδιαφέρον φαινόμενο, αφού εκφράζουν την άρνηση των αγαθών που τους δίνει η κοινωνία.

Η αντιπολίτευση της νεολαίας, ισχυρίζεται ο Μαρκοϋζε, «εκφράζει ταυτόχρονα σεξουαλική, ηθική, πνευματική, και πολιτική διαμαρτυρία. Μ' αυτή τήν έννοια είναι γενική, στρέφεται κατά του συστήματος στό σύνολο του, έχει την περιφρόνηση για την «κοινωνία του κέρδους», έχει τη φλογερή επιθυμία να ποδοπατήσει τους κανόνες του άθλιου, του ματωμένου παιχνιδιού, την άρνηση της συμμετοχής σ' αυτό το παιχνίδι... Ίσως είναι η γενιά που μέσα της γεννιέται μια νέα συνείδηση, ένας νέος τύπος προσωπικότητας, με διαφορετική αντίληψη της πραγματικότητας, της ζωής, της ευτυχίας». 

Τα θεωρητικά στριφογυρίσματα του Μαρκουζε είναι συνέπειες του πρακτικού αδιέξοδου, όπου έχουν μπει οι «νέοι αριστεροί». Το ριζοσπαστικό εξτρεμιστικό κίνημα του φοιτητόκοσμου, αυθόρμητο και αυτόνομο, δεν μπόρεσε να συντρίψει το σύστημα, πράγμα που προκάλεσε την απόγνωση και τη συντριβή των ελπίδων, γέννησε την απότομη πτώση της πολιτικής δραστηριότητας μερικών στρωμάτων της νεολαίας.

Το «ίνδαλμα» των «νέων αριστερών» που πριν λίγο καιρό ακόμα ανέμιζε από την έδρα τη γροθιά του και καλούσε σε εξέγερση για τη συντριβή του κατεστημένου, έγραψε αργότερα: «Η σημερινή ιστορική κατάσταση άλλαξε ουσιαστικά για το κίνημα των «νέων αριστερών» σε σύγκριση με την πρώτη περίοδο της ανάπτυξης του, τότε που τω κίνημα μόλις είχε γεννηθεί και μόλις είχε βγει στον παγκόσμιο στίβο (κίνημα για τα δικαιώματα του πολίτη, διαμαρτυρία κατά του πολέμου, κίνημα στα κολλέγια και στα πανεπιστήμια). Πριν δέκα χρόνια όλοι καταλάβαιναν συνθήματα σαν τη νέα ηθική, την αισθησιακή απελευθέρωση, την «ελευθερία τώρα αμέσως», την πολιτιστική επανάσταση. Το κατεστημένο δεν ήταν προετοιμασμένο για κάτι τέτοιο. Η στρατηγική των «νέων αριστερών» μπορούσε μέσα σ’ εκείνες τις συνθήκες να ‘ναι μαζική, ανοιχτή και απειλητική». Τώρα θεωρεί ο Μαρκουζε ότι το κατεστημένο είναι έτοιμο για τον αγώνα του, πράγμα που θέτει σε αμφιβολία την ίδια την ύπαρξη του κινήματος των «νέων αριστερών»: «Ο δυτικός κόσμος μπήκε σε νέα φάση εξέλιξης: τώρα για την προάσπιση του καπιταλιστικού συστήματος καταφεύγει στην εξωτερική και στην εσωτερική αντεπανάσταση», στον «αντεπαναστατικό προληπτικό φασισμό».

Η εξωτερική και η εσωτερική αντεπανάσταση, σαν αμυντική αντίδραση κατά της επανάστασης, καθώς και ο προληπτικός φασισμός δεν είναι κάτι το καινούργιο. Όπως δεν είναι καινούργιο και το μικροαστικό σύνδρομο του περάσματος από τον ηρωισμό στον πανικό μόλις δείξει τα δόντια της η αντεπανάσταση. Κι αυτό ακριβώς το σύνδρομο βλέπουμε στην περίπτωση του Μαρκουζε και των άλλων θεωρητικών των «νέων αριστερών».

Η αποτυχία της πρώτης εφόδου γέννησε τη δυσπιστία στις δικές τους δυνάμεις και τον πανικό μπροστά στο «σύστημα».

Ο Μαρκούζε ανακάλυψε ξαφνικά πως μόνη η αλόγιστη «αισθησιακή απελευθέρωση» για το πέρασμα από το μονοδιάστατο στο πολυδιάστατο δεν είναι αρκετή, κι ότι η «επανάσταση είναι τίποτα, χωρίς το δικό της ορθολογισμό». Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο πιο φοβερός κίνδυνος για τους «νέους αριστερούς» βρίσκεται στην ιδέα της αυθόρμητης ανατροπής του συστήματος του «συντεχνιακού λιμπεραλισμού».

Όσο για την αρχή της «αντικουλτούρας», της «αντενέργειας» και των άλλων «αντί», αυτή πια γίνεται, κατά τη γνώμη του Μαρκουζε, ο πιο αδύνατος κρίκος της άριστεροριζοσπαοτικής ιδεολογίας. «Ακριβώς αυτές οι άντι-αξίες, αυτές οι αντενέργειες, όπως ο κηρυγμένος πόλεμος, απομονώνουν το ριζοσπαστικό κίνημα από τις μάζες». Όλα εκείνα που νωρίτερα φαίνονταν δύναμη, όπως η «μεγάλη άρνηση», το «αυθόρμητο», τα «περιθωριακά», όλα τώρα μετατρέπονται σε ελαττώματα.

Φυσικά, η αναγνώριση των λαθών του είναι προς τιμή του Μαρκουζε, αλλά το ζήτημα είναι για ποιό σκοπό γίνονται αυτές οι αναγνωρίσεις: για την αλλαγή των μορφών αγώνα κατά του καπιταλισμού ή για την ειρήνευση μαζί του σε τελευταία ανάλυση. Στα λόγια ο Μαρκουζε καλεί σε «αγώνα κατά των θεσμών της κοινωνίας». Αλλά αμέσως δηλώνει: «Ο καιρός για τη γενική άρνηση των λιμπεραλιστικών μεθόδων πάλης πέρασε ή δεν ήρθε ακόμα». Από μια τέτοια θέση ως την πρακτική επιστροφή στον «ενωτικό λιμπεραλισμό» δεν απομένει παρά μόνο ένα βήμα.

Εκείνοι, από τους όποιους έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να βρουν υποστήριξη οι «νέοι αριστεροί» είναι οι φιλελεύθεροι με τα διάτρητα τους πολιτικά δικαιώματα. 

Ο Ροζέ Γκαρωντύ έχει γράψει την «Εναλλακτική Λύση» την οποία όπως λέει εμπνεύστηκε από το νεανικό κίνημα της δεκαετίας του 60, και απευθύνεται σε αυτή, γιατί, όπως είπε «το να ‘σαι νέος, σημαίνει να ‘σαι ικανός να νοιώθεις και να ζεις μια ζωή, τελείως διαφορετική από εκείνη που υπάρχει σήμερα».

Και συνεπώς, να ‘σαι έτοιμος να δεχτείς τις ιδέες της μόδας, αρκεί να φαίνονται σαν νέες. Αυτό, βέβαια δεν το είπε ο Γκαρωντύ, αλλά εκεί στόχευε. Κολάκευε την νεολαία, ελπίζοντας να βρει στο πρόσωπο της πρόθυμο ακροατήριο για τις «θεωρίες» του.

Ο ίδιος ο Γκαρωντύ ισχυρίζεται πως αυτός έχει καταλάβει τη νεολαία που ρίχτηκε στην αναζήτηση. Κι αφού την κατάλαβε, της προσφέρει τις υπηρεσίες του σαν υπερμοντέρνος ερμηνευτής του μαρξισμού και του κομμουνισμού. Ταυτόχρονα προσπαθεί να αποδείξει πως τάχα δεν είναι εκείνος που πρόδωσε το ιδανικό του κομμουνισμού, αλλά οι πρώην σύντροφοι του στο κόμμα, που τάχα έχουν μετατρέψει το μαρξισμό σε δόγμα. Ενώ εκείνος, ο Γκαρωντύ, στέκει τάχα πάνω στις θέσεις του δημιουργικού μαρξισμού κι εξακολουθεί όπως και πριν να υπηρετεί το κομμουνιστικό ιδανικό.

Μόνο που τις μεθόδους της πάλης για τον κομμουνισμό εκείνος τώρα τις βλέπει κάτω από σχετικά διαφορετικό φως. Την έννοια της ζωής, όπως λέει, την ανακάλυψε «βάζοντας κάτω από αμφισβήτηση την ίδια την έννοια του κόμματος». Τώρα πια τοποθετεί ως έξης το θέμα: «Όχι δημιουργία νέου κόμματος, αλλά δημιουργία νέου πνεύματος, που θα μεταμορφώσει τα κόμματα, τα συνδικάτα, την εκκλησία». Και όντας για πολύ καιρό αθεϊστής, ανακάλυψε ξαφνικά, ότι «πάντα είχε στην ψυχή του τη χριστιανική πίστη».

Σε κανένα, φυσικά, δεν απαγορεύεται να χει στην ψυχή του τη χριστιανική πίστη. Αλλά αναρωτιέσαι, τι σχέση έχει εδώ ο μαρξισμός; Κι όμως έχει, γιατί αν ο Γκαρωντύ απαρνηθεί ανοιχτά το μαρξισμό, οι αστοί εκδότες θα χάσουν αμέσως κάθε ενδιαφέρον για εκείνον και τα βιβλία του. Τώρα, όμως, φορώντας το φωτοστέφανο του μαρξιστή που ψάχνει να βρει την επαναστατική αλήθεια στη χριστιανική πίστη, γίνεται κυριολεκτικά ανάρπαστος από τους αστούς εκδότες.

Όσο για την ουσία του «μαρξισμού» του Γκαρωντύ, ο μαρξισμός του παρουσιάζεται πολύ παράξενος. «Το σπουδαιότερο στη μαρξιστική κληρονομιά, λέει, δεν είναι ο μαρξισμός, αλλά η προοπτική. Η επιστήμη και η τέχνη να φαντάζεσαι το μέλλον, κι όχι οι κατάλογοι ή οι δεκάλογοι των οικονομικών νόμων, των φιλοσοφικών άρχων η των διαλεκτικών κατηγοριών, που παρουσιάζουν τη δογματική και θετικιστική διαστρέβλωση αυτής της κληρονομιάς».

Είναι φανερό πως ο Γκαρωντύ στοχεύει στον αφελή αναγνώστη. Σε εκείνον που δεν ξέρει ότι ο μαρξισμός είναι η επιστήμη για τους νόμους της ανάπτυξης της φύσης και της κοινωνίας, για την ανάπτυξη της επανάστασης, ενώ η ανάπτυξη, που είναι αδιάκοπη, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την προοπτική και να στριμωχτεί στα στενά πλαίσια των «καταλόγων ή των δεκάλογων».

Αλλά του Γκαρωντύ του χρειάζεται να πετάξει από το μαρξισμό τις συγκεκριμένες επιστημονικές βάσεις και να τις αντικαταστήσει με την τέχνη να φαντάζεσαι το μέλλον. Και μάλιστα σπεκουλάρει πάνω στο νόμιμο πόθο των πλατιών μαζών, ιδιαίτερα της δυτικής νεολαίας, να ξεφύγει από τη μέγγενη του αδηφάγου καταναλωτισμού και να ξαναδώση στη ζωή, που έχει καταντήσει μέτρημα δολαρίων, φράγκων, μάρκων, τη δημιουργική της αρχή.

Χωρίς δημιουργική φαντασία είναι αδιανόητη κάθε επιστήμη και πρώτα πρώτα ο μαρξισμός - λενινισμός. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν, έδωσαν στον κόσμο πρότυπα δημιουργικής φαντασίας, αλλά παραμένοντας πάντα άνθρωποι της επιστήμης. Αποκαλύπτοντας τους νόμους ανάπτυξης της κοινωνίας, είχαν για αφετηρία τους την επιστημονική ανάλυση της πραγματικότητας, και με αυτή σαν βάση, έκαναν τις επιστημονικές προβλέψεις.

Στα γραφτά του Γκαρωντύ, όμως, ο ίδιος ο Μαρξ (εννοείται ο «σωστά κατανοημένος» Μαρξ) γίνεται σχεδόν ουτοπιστής. Ο Γκαρωντύ ισχυρίζεται πως ο Μαρξ, μιλώντας για τη «μελλοντική κοινωνία» «στρεφόταν στις προβλέψεις των προγενέστερων ουτοπιστών».

Είναι αλήθεια πως ο Μαρξ κι ο Ένγκελς εκτιμούσαν πολύ τους ουτοπιστές σοσιαλιστές (σχετικά με την περίοδο της ανώριμης καπιταλιστικής παραγωγής και της επίσης ανώριμης ταξικής πάλης) και τις προβλέψεις τους για το μέλλον. Ταυτόχρονα, όμως, ο Μαρξ υπογράμμιζε: «Κάθε μυθολογία κατανικάει, υποτάσσει και μεταμορφώνει τις δυνάμεις της φύσης μόνο στη φαντασία και με τη βοήθεια της φαντασίας. Συνεπώς, εξαφανίζεται μόλις έρθει η πραγματική κυριαρχία πάνω σ' αυτές τις δυνάμεις της φύσης» . Όσο για την κοινωνική ουτοπία, ο Μαρξ ήταν σ' αυτό το ζήτημα τελείως κατηγορηματικός: «Στη διάρκεια δεκαετιών κοπιάσαμε πολύ για να καθαρίσουμε τα κεφάλια των Γερμανών εργατών από τον ουτοπικό σοσιαλισμό, από τις φανταστικές παραστάσεις για το μέλλον...» Ενώ ο Γκαρωντύ τραβάει πάλι το σοσιαλισμό από την επιστήμη προς την ουτοπία. Προσπαθεί να διαλύσει την ίδια την επιστήμη μέσα στους μύθους, στις ουτοπικές παραστάσεις. Αφού το μέλλον είναι η περιοχή με τις «αναρίθμητες  δυνατότητες», ο δρόμος προς το μέλλον, σύμφωνα με τον Γκαρωντύ, δεν βρίσκεται στη θεμελιωμένη πάνω στη επιστήμη πολιτική, αλλά «στην τέχνη να φαντάζεσαι το μέλλον». Πρέπει κατά τη γνώμη του, «να αλλάξει η τάση της πολιτικής, το θέμα είναι όχι να ψηφίζεις για οποιοδήποτε κόμμα, ή να είσαι οπαδός του. Ο καθένας μας πρέπει να εφεύρει το δικό του μέλλον», με την «απελευθέρωση του μυαλού».

Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η επιστήμη στο μαρξισμό πρέπει να παίζει δεύτερο ρόλο, ο Γκαρωντύ προσπαθεί να γεμίσει το κενό αυτό με διαφορετικό περιεχόμενο: «Ο μαρξισμός θα μπορέσει να σπάσει τις αλυσίδες μόνο στην περίπτωση που περιλάβει μέσα του το στοιχείο του χριστιανισμού, το θεϊκό στοιχείο του άνθρωπου, αφού η επαναστατικότητα στην πολιτική, όπως και στην τέχνη, χρειάζεται περισσότερη υπερβατικότητα παρά ρεαλισμό».

Σαν παράδειγμα, ο Γκαρωντύ παίρνει το βιβλίο του Ένγκελς «Η θέση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», όπου, κατά τον Γκαρωντύ, ο συγγραφέας «ανακάλυψε στο πρωταρχικό χάος τις βασικές κατευθύνσεις του μελλοντικού εργατικού κινήματος, που ορθώθηκε πριν εικοσιπέντε χρόνια μαζί με την Παρισινή Κομμούνα για έφοδο κατά του ουρανού».

«Τέτοια δεν είναι άλλωστε, αναρωτιέται ο Γκαρωντύ, η χριστιανική πίστη, που στον υιό του άνθρωπου, στον εσταυρωμένο, περιλαβαίνει σαν δύο ιδιαίτερες διαστάσεις της ενιαίας πραγματικότητας την αναπόφευκτη υπόσχεση της ανάστασης;». Και καταλήγει: «Μόνο μια τέτοια πρόσβαση προς τα φαινόμενα μπορεί να μας ανοίξει τα μάτια για να δούμε ποιό είναι αυτό που πεθαίνει και ποιό αυτό που γεννιέται...».

Μ' άλλα λόγια, τι τη θέλουμε την επαναστατική διαλεκτική; Δεν είναι πιο απλό να ρίξουμε μια ματιά στη Βίβλο;

Αλλά οι συλλογισμοί του Γκαρωντύ έχουν πέρα για πέρα γήινο νόημα: Αν η νέα, η κομμουνιστική κοινωνία, είναι καρπός της δημιουργικής εφεύρεσης των μεγαλοφυών κεφαλών που σκέφτονται σαν τους ουτοπιστές, αν το μέλλον δεν είναι «συνέχιση και συνδυασμός στοιχείων του παρελθόντος», αν αντί για την επιστημονική πρόσβαση στη συγκεκριμένη μελέτη της πραγματικότητας, προσανατολιστούμε στην «υπερβατικότητα», τότε, εννοείτε, είναι περιττή κάθε ανάγκη πολιτικής καθοδήγησης του επαναστατικού αγώνα, ούτε και χρειάζεται το ίδιο το κόμμα της εργατικής τάξης.

Για «αποδείξεις» ο Γκαρωντύ μας παραπέμπει στο κύρος των κλασικών του  μαρξισμού-λενινισμού. Αν τον ακούσουμε, μας λέει πως η σκέψη για την εισαγωγή της επαναστατικής συνείδησης στις μάζες ειπώθηκε από τον Λένιν μόνο για εφαρμογή στην περίοδο του κρυφού αγώνα, που απαιτούσε «σιδερένια πειθαρχία», και πως από το 1905 κιόλας ο Λένιν εγκατέλειψε αυτή του την άποψη και χαιρέτισε με ενθουσιασμό τα αυθόρμητα δημιουργημένα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών. Και πως ταυτόχρονα χαιρέτισε και το αυθόρμητο επαναστατικό κίνημα γενικά. Ώστε λοιπόν, αφού τα Σοβιέτ εμφανίσθηκαν αυθόρμητα κι ο Λένιν χαιρέτισε την εμφάνιση των Σοβιέτ, πάει να πει ότι ο Λένιν είναι οπαδός του αυθόρμητου.

Ο Γκαρωντύ μας διαβεβαιώνει πως είναι διαλεκτικός. Μα αν αυτό είναι διαλεκτική, τότε τι είναι η σοφιστική; Ο Γκαρωντύ πολύ θα το θελε να ‘τανε αυθόρμητο το επαναστατικό κίνημα. Αλλά τι θέλει και μπερδεύει εδώ τον Λένιν; Η ίδια η αντιπαράθεση του αυθόρμητου κινήματος των μαζών στη διαδικασία της εισαγωγής επιστημονικής συνείδησης σ' αυτό το κίνημα, απλούστατα, δεν έχει καμιά θέση. Ο Λένιν εκτιμούσε πολύ τον παράγοντα του αυθόρμητου κινήματος της εργατικής τάξης. Έλεγε πως «ο αυθορμητισμός του κινήματος είναι γνώρισμα του βάθους του μέσα στις μάζες, της σταθερότητας των ριζών του, δείχνει πως δεν ξεριζώνεται μέσα από τις μάζες»,  αλλά και ο ίδιος υπογράμμιζε , πως μόνος του ο αυθόρμητος ενθουσιασμός δεν είναι αρκετός για να νικήσει η επανάσταση.


Πηγές-Στοιχεία:
Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, «Άπαντα» ρωσική έκδοση
Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος»
Ροζέ Γκαρωντύ, «Εναλλακτική Λύση»
Έντουαρντ Ρόζενταλ «Αναζητώντας ιδανικά»
Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η άνοδος της ασημαντότητας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου